Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο να μην καταπλεύσει τελικά σε αμερικανικό λιμάνι το ελληνόκτητο δεξαμενόπλοιο «Agioi Fanendes», το οποίο μεταφέρει ρωσικό diesel και είχε αναφερθεί ως ένα από τα πρώτα πλοία που θα μετέφεραν καύσιμα στις ΗΠΑ στο πλαίσιο της συμφωνίας Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν.
Σε δήλωσή του στο TradeWinds, ο Θανάσης Μαρτίνος, επικεφαλής της EastMed, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει οριστική απόφαση για τον προορισμό του πλοίου, χωρητικότητας 50.000 dwt, κατασκευής 2019.
«Δεν είναι βέβαιο ότι το Agioi Fanendes θα προσεγγίσει τη Νέα Υόρκη ή οποιοδήποτε άλλο αμερικανικό λιμάνι», ανέφερε ο Θανάσης Μαρτίνος, προσθέτοντας ότι έχει ήδη απαντήσει σχετικά στον Αμερικανό γερουσιαστή Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, ο οποίος είχε καλέσει τον Έλληνα εφοπλιστή να ανακαλέσει το πλοίο, προειδοποιώντας για συνέπειες λόγω του φορτίου.
Πολιτικές αντιδράσεις
Σύμφωνα με τον κ. Μαρτίνο, το πλοίο δεν ναυλώθηκε με αποκλειστικό προορισμό τη Νέα Υόρκη, αλλά με δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερους προορισμούς στον Ατλαντικό, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Οι ναυλωτές δεν έχουν δώσει ακόμη οριστικές οδηγίες για την παράδοση του φορτίου και το πλοίο «πλέει εν αναμονή εντολών».
Η αβεβαιότητα αποτυπώνεται και στις υπηρεσίες παρακολούθησης πλοίων, καθώς ορισμένες εμφανίζουν ως πιθανό προορισμό τη Νέα Υόρκη, άλλες τη Βραζιλία, ενώ μία καταγράφει το δεξαμενόπλοιο ως αναμένον εντολές. Το τελευταίο διαθέσιμο σήμα AIS το εντόπιζε στον Βόρειο Ατλαντικό.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ είχε προειδοποιήσει τον κ. Μαρτίνο να αποσύρει το πλοίο, ενώ έχει απευθυνθεί και στη βιετναμέζικη PetroVietnam για άλλο δεξαμενόπλοιο που φέρεται να κατευθύνεται προς τις ΗΠΑ με φορτίο diesel.
Οι αντιδράσεις συνδέονται με τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στο ρωσικό πετρέλαιο και τα καύσιμα στο πλαίσιο της πίεσης προς τη Μόσχα για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ωστόσο, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ και με τις τιμές του diesel να πιέζουν τους καταναλωτές, ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να συμφώνησε με τη Ρωσία στην άρση των περιορισμών για εισαγωγές 1,8 εκατ. τόνων ρωσικού diesel, με το ενδεχόμενο αύξησης της ποσότητας έως τους 4,8 εκατ. τόνους.