Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Τελικά, η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα είναι αποτελεσματικό μέτρο ή δεν είναι; Το ερώτημα προκύπτει από την ίδια την κυβερνητική πολιτική. Διότι επί μήνες, κάθε φορά που ετίθετο θέμα μείωσης της έμμεσης φορολογίας για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, η απάντηση ήταν αρνητική. Τα επιχειρήματα ήταν συγκεκριμένα. Οι οριζόντιες μειώσεις φόρων δεν εξασφαλίζουν ότι το όφελος θα φθάσει ακέραιο στον καταναλωτή, ενώ ειδικά η μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα συνεπάγεται μεγάλο δημοσιονομικό κόστος.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αναγνωρίσει τον περασμένο Ιούνιο και τον λόγο. Η Ελλάδα, είπε, έχει ιστορικά υψηλότερους φόρους στα καύσιμα επειδή αυτά αποτέλεσαν, επί όλων των κυβερνήσεων, σημαντικό «αιμοδότη» των δημοσίων εσόδων. Και είχε προσθέσει ότι όποιος ζητεί μείωση του ΕΦΚ πρέπει να εξηγήσει από πού θα βρεθεί περίπου ένα δισ. ευρώ που θα χαθεί από τον προϋπολογισμό.
Καθαρή και απόλυτη θέση. Μόνον που σήμερα η θέση αυτή έχει μεταβληθεί.
Με τις τιμές της ενέργειας να πιέζουν εκ νέου νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η κυβέρνηση κρατά ανοικτό το ενδεχόμενο προσωρινής μείωσης του ΕΦΚ. Ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει μονομερώς χωρίς να περικόψει κάποια άλλη δαπάνη και ζητεί από την Ευρώπη το δημοσιονομικό περιθώριο ώστε να μπορέσει να πράξει ακριβώς αυτό.
Με άλλα λόγια, αυτό που έως τώρα απορριπτόταν ως δημοσιονομικά προβληματικό, βρίσκεται πλέον στο τραπέζι ως πιθανό μέτρο αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης.
Η κυβίστηση είναι εμφανής. Και πίσω της βρίσκεται μία πολύ πιο ενδιαφέρουσα πραγματικότητα: η εξάρτηση του ελληνικού προϋπολογισμού από την έμμεση φορολογία.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, ήδη το 2024 τα έσοδα από ΕΦΚ στα ενεργειακά προϊόντα είχαν ξεπεράσει τα 4,2 δισ. ευρώ. Το 2025 ανήλθαν σε περίπου 4,38 δισ. ευρώ. Αν προστεθεί ο ΦΠΑ στα καύσιμα, ο ετήσιος λογαριασμός για τους καταναλωτές και αντιστοίχως, τα έσοδα για το Δημόσιο φθάνουν σύμφωνα με υπολογισμούς στα 6,5 έως 7 δισ. ευρώ. Στην περίπτωση της αμόλυβδης, περισσότερο από το μισό της τελικής τιμής στην αντλία αντιστοιχεί σε φόρους.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κυβέρνηση ανακάλυψε ξαφνικά κάποιο νέο οικονομικό εργαλείο. Τον ΕΦΚ γνώριζε άριστα και πριν. Γνώριζε επίσης ότι η μείωσή του θα μπορούσε να περιορίσει, έστω προσωρινά, την επιβάρυνση στην αντλία.
Εκείνο που γνώριζε ακόμη καλύτερα ήταν πόσα εισπράττει από αυτόν. Γι' αυτό και προτιμούσε έως τώρα στοχευμένες ενισχύσεις, επιδόματα και άλλα δημοσιονομικά «μπαλώματα», αντί μιας μόνιμης ή προσωρινής μείωσης ενός φόρου που τροφοδοτεί απευθείας τα δημόσια ταμεία.
Υπάρχει, ασφαλώς, σήμερα μια διαφορετική ενεργειακή συγκυρία. Οι διεθνείς τιμές έχουν εκτοξευθεί και οι πιέσεις δεν περιορίζονται πλέον στα νοικοκυριά. Περισσότερες από 700 ενεργοβόρες ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις ζητούν ήδη έκτακτα μέτρα προστασίας, ενώ το φυσικό αέριο έχει επιστρέψει σε επίπεδα που προκαλούν σοβαρή ανησυχία για τον χειμώνα.
Και όλα αυτά, βεβαίως, ενώ η χώρα εισέρχεται για τα καλά σε προεκλογική περίοδο.
Η διαφορετική συγκυρία εξηγεί γιατί η κυβέρνηση αναζητεί σήμερα λύση. Δεν αναιρεί, όμως, όσα έλεγε έως χθες για τη συγκεκριμένη λύση. Κάπως έτσι ερχόμαστε και στην «κωλοτούμπα»: να ζητούμε σήμερα από την Ευρώπη το δημοσιονομικό περιθώριο για να εφαρμόσουμε εκείνο που μέχρι χθες απορρίπταμε ως αποτυχημένο, στο εσωτερικό.
Ίσως, τελικά, η συνταγή να μην ήταν τόσο «αποτυχημένη». Απλώς ήταν πολύ ακριβή για το Δημόσιο και επιπλέον… έρχονται εκλογές.