Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
«Η πιο απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έγινε στην Ελλάδα».
Δεν το είπε κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης. Δεν είναι ισχυρισμός του Τύπου ή του διαδικτύου. Το είπε η Λάουρα Κοβέσι, η απερχόμενη Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας, κάνοντας τον απολογισμό της επταετούς θητείας της. Και είναι μια κουβέντα πολύ βαριά για να περάσει στα ψιλά.
Η Κοβέσι αναφέρεται στην περιβόητη υπόθεση της ανανέωσης της θητείας τριών Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Ελλάδα. Το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είχε αποφασίσει την ανανέωση της θητείας τους για πέντε χρόνια. Το ελληνικό Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε διετή θητεία. Η διαφορά δεν έμεινε εκεί.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αντέδρασε θεσμικά και η Κοβέσι απευθύνθηκε τον περασμένο Μάιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέτοντας ζήτημα για την αποτελεσματική και ανεξάρτητη λειτουργία της EPPO στην Ελλάδα. Μάλιστα, η επίσημη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν περιοριζόταν στη θητεία των τριών εισαγγελέων. Έθετε και ζήτημα σχετικά με αλλαγές στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται βουλευτές, εκφράζοντας «σοβαρές αμφιβολίες» ως προς την τήρηση από τις ελληνικές αρχές της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτά δεν είναι ακριβώς λεπτομέρειες. Ούτε, βεβαίως, σημαίνουν αυτομάτως ότι η Κοβέσι έχει δίκιο.
Η ελληνική πλευρά διαθέτει επιχειρήματα. Η προσφυγή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη θητεία των τριών εισαγγελέων απορρίφθηκε από τη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως απαράδεκτη, με μεγάλη πλειοψηφία. Η κυβέρνηση έχει επίσης δηλώσει επανειλημμένως ότι σέβεται και στηρίζει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει επικαλεστεί την ουσιαστική ενίσχυση της στελέχωσής της στην Ελλάδα.
Όλα αυτά πρέπει να μπουν στη ζυγαριά. Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια: η απόρριψη της προσφυγής δεν έκρινε επί της ουσίας εάν υπήρξε ή όχι παρέμβαση στην ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Και τώρα η απερχόμενη επικεφαλής της EPPO δεν μιλά απλώς για μια νομική διαφωνία. Μιλά για εκφοβισμό. Πηγαίνει, μάλιστα, ένα βήμα παραπέρα.
Υποστηρίζει ότι ορισμένοι πολιτικοί υπερασπίζονται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης μέχρι οι έρευνες να αγγίξουν τους ίδιους ή τον στενό τους κύκλο. Τότε, κατά την ίδια, οι εισαγγελείς εμφανίζονται ως καταχρηστικοί, αποκτούν πολιτική ατζέντα και ξαφνικά περισσεύουν. Δικαιοσύνη “α λα κάρτ” με άλλα λόγια.
Και όταν ερωτάται για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τη δικογραφία που εστάλη στη Βουλή για 11 βουλευτές, είναι εξίσου κατηγορηματική: από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, λέει, «δεν πήγε τίποτε λάθος». Η άρση ασυλίας, εξηγεί, δεν αποτελεί κρίση περί ενοχής. Είναι η προϋπόθεση για να μπορέσει να γίνει η έρευνα και να συγκεντρωθούν στοιχεία.
Αν έχουν όμως έτσι τα πράγματα, δεν χρειάζεται να πιστέψουμε την Κοβέσι. Χρειάζεται να της απαντήσουμε. Πλήρως και στοιχειοθετημένα.
Ποια ακριβώς ήταν η «πιο απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού» που καταγγέλλει; Ποιος επιχείρησε να εκφοβίσει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και με ποιον τρόπο; Γιατί η απόφαση για τη θητεία των τριών εισαγγελέων θεωρήθηκε από την EPPO απειλή για την ανεξαρτησία της; Και τι απαντά η ελληνική πολιτεία στις αιτιάσεις που έχουν ήδη τεθεί επισήμως ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής;
Διότι υπάρχουν μόνον δύο ενδεχόμενα.
Είτε η Κοβέσι έχει στοιχεία που δικαιολογούν μια τόσο βαριά καταγγελία και τότε έχουμε σοβαρό θεσμικό ζήτημα. Είτε δεν τα έχει και τότε η ελληνική πολιτεία οφείλει να το καταστήσει απολύτως σαφές, με γεγονότα και επιχειρήματα.
Αυτό που δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι ένα τρίτο ενδεχόμενο: να μείνει η καταγγελία “στον αέρα”.
Η Λάουρα Κοβέσι αποχωρεί ύστερα από επτά χρόνια στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, λέγοντας ότι η πιο απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού του θεσμού επί των ημερών της έγινε στην Ελλάδα. Εάν έχει δίκιο, πρέπει να μάθουμε τι συνέβη. Εάν έχει άδικο, πρέπει να αποδειχθεί. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή.