Τον κίνδυνο σταδιακής αποδυνάμωσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, εξαιτίας της δράσης της κατά της απάτης και της διαφθοράς, επισημαίνει η Λάουρα Κοβέσι, η οποία ολοκληρώνει την επταετή θητεία της την Παρασκευή.
Σε συνέντευξή της στο Politico, η απερχόμενη επικεφαλής της EPPO αναφέρεται εκτενώς στην Ελλάδα, με αιχμή τόσο τις πιέσεις που, όπως υποστηρίζει, δέχθηκε ο θεσμός όσο και την έρευνα για τις παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ.
«Ανησυχώ ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα εξοντωθεί αθόρυβα επειδή κάνει τη δουλειά της», δηλώνει χαρακτηριστικά η Κοβέσι, περιγράφοντας ένα περιβάλλον στο οποίο οι περιορισμένοι πόροι, οι καθυστερήσεις και οι προσπάθειες αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας της απειλούν την αποτελεσματικότητά της.
Η ίδια χαρακτηρίζει ως την πιο απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού της EPPO την υπόθεση στην Ελλάδα που αφορούσε την ανανέωση της θητείας των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι η επικείμενη αναθεώρηση του κανονισμού λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία για όσους υποστηρίζουν πραγματικά την ανεξάρτητη δικαιοσύνη.
Ερευνα για ΟΠΕΚΕΠΕ
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η Κοβέσι στην έρευνα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων στην Ελλάδα. Όπως σημειώνει, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ήδη ολοκληρώσει την απαγγελία κατηγοριών σε συγκεκριμένες υποθέσεις, οι οποίες έχουν οδηγηθεί στη δικαιοσύνη.
Απαντώντας στις επικρίσεις για τον χειρισμό της υπόθεσης και την αποστολή δικογραφίας στη Βουλή για την άρση ασυλίας 11 βουλευτών, από τους οποίους τελικά τέσσερις παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο, η απερχόμενη επικεφαλής της EPPO απορρίπτει ότι υπήρξε λάθος από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
«Όχι, από τη δική μας πλευρά δεν πήγε τίποτα λάθος», αναφέρει η Κοβέσι, διευκρινίζοντας ότι η αίτηση άρσης ασυλίας δεν συνιστά κρίση για την ενοχή των εμπλεκομένων, αλλά προϋπόθεση προκειμένου οι εισαγγελείς να μπορέσουν να διεξαγάγουν την έρευνα και να συγκεντρώσουν αποδεικτικά στοιχεία.
Η Κοβέσι απορρίπτει, επίσης, τις αιτιάσεις ότι οι έρευνες επηρεάζονται από τον εκλογικό κύκλο ή έχουν πολιτικά κίνητρα. Όπως υποστηρίζει, η δουλειά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν μπορεί να αναστέλλεται επειδή επίκεινται εκλογές.
«Δεν βλέπω καμία σύνδεση μεταξύ της δραστηριότητάς μας, των υποθέσεών μας και των εκλογικών εκστρατειών», σημειώνει η Κοβέσι, προσθέτοντας ότι οι αντιδράσεις προέρχονται από πολιτικούς που επιχειρούν να πλήξουν την αξιοπιστία του θεσμού και να εμποδίσουν το έργο του.
Στο επίκεντρο, όπως τονίζει, βρίσκεται η διασφάλιση ότι οι έντιμοι αγρότες έχουν πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κονδύλια, αντί τα χρήματα να καταλήγουν σε πρόσωπα που εμφανίζονταν ψευδώς ως δικαιούχοι και τα χρησιμοποιούσαν για πολυτελή ταξίδια και αυτοκίνητα.
Κίνδυνοι για ανεξαρτησία
Η απερχόμενη επικεφαλής της EPPO περιγράφει τρεις βασικούς κινδύνους για το μέλλον του θεσμού: την υποχρηματοδότηση, τις καθυστερήσεις και τη γραφειοκρατία.
Όπως αναφέρει, ενώ ο σχεδιασμός προβλέπει 230 Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς, υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι μόνο για 180. Παράλληλα, η αναθεώρηση του κανονισμού λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καθυστερεί, παρά τις προειδοποιήσεις που είχαν διατυπωθεί ήδη από το 2021.
Η Κοβέσι επισημαίνει ακόμη ότι σε υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται ισχυρά πολιτικά πρόσωπα ή πρόσωπα με διασυνδέσεις με την πολιτική εξουσία, η EPPO αντιμετωπίζει δυσκολίες στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Περιγράφει περιπτώσεις στις οποίες, αφού η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ξεκινήσει έρευνα, ανοίγει σε εθνικό επίπεδο υπόθεση με το ίδιο αντικείμενο και στη συνέχεια αμφισβητείται η αρμοδιότητα της ευρωπαϊκής αρχής.
Αναφερόμενη, τέλος, στις φωνές στην Ελλάδα που έχουν θέσει ζήτημα διακοπής της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η Κοβέσι εκτιμά ότι η αποχώρηση από τον θεσμό είναι «σχεδόν αδύνατη». Κατά την ίδια, τέτοιες τοποθετήσεις επιβεβαιώνουν τον κίνδυνο που περιγράφει: προσπάθειες περιορισμού των αρμοδιοτήτων και των πόρων ενός θεσμού όταν οι έρευνές του αγγίζουν ισχυρά συμφέροντα.
Το διακύβευμα, σύμφωνα με την ίδια, δεν αφορά μόνο την ανεξαρτησία των εισαγγελέων, αλλά και την προστασία των ευρωπαϊκών και εθνικών προϋπολογισμών από οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα, τα οποία εκμεταλλεύονται τα κενά συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών.