Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Η νέα φωτιά που άναψε το Ορμούζ σε ομόλογα και μετοχές

Οι αγορές θυμήθηκαν βίαια τι σημαίνει ρίσκο. Fed και ΕΚΤ ξανά μπροστά στο δίλημμα των επιτοκίων. Το brent στα 94 δολάρια με τις αποδόσεις ομολόγων σε υψηλά 17 ετών.

Η νέα φωτιά που άναψε το Ορμούζ σε ομόλογα και μετοχές

Το σκηνικό γύρισε μέσα σε λίγες ημέρες. Η Eurostat ανακοίνωσε σήμερα ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη επιταχύνθηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, από 2,9% τον Ιούλιο -στην Ελλάδα η άνοδος ήταν ακόμη πιο απότομη, στο 3,7% από 2,7%.

Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται ένας και μόνο μοχλός: η ενέργεια, με ετήσιο ρυθμό 14,3% έναντι 10,3% τον προηγούμενο μήνα. Δεν είναι σύμπτωση ότι η επιτάχυνση αυτή έρχεται τη στιγμή που το πετρέλαιο ξαναγράφει υψηλά μηνών και τα ομόλογα σε όλο τον κόσμο πωλούνται με ρυθμό που δεν είχαμε δει εδώ και χρόνια.

Η αιτία έχει όνομα και γεωγραφία: τα Στενά του Ορμούζ. Μετά από περίπου έναν μήνα σχετικής ηρεμίας, η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν άναψε ξανά το Σαββατοκύριακο, με αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικές θέσεις στο νησί Λαράκ και ιρανική απάντηση με πυραύλους και drones εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στην περιοχή.

Αναφέρθηκαν χτυπήματα σε στόχους στην Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ δύο δεξαμενόπλοια που μετέφεραν σαουδαραβικό πετρέλαιο δέχθηκαν πλήγματα από άγνωστα βλήματα καθώς διέσχιζαν τα Στενά, σε περιστατικά που οι εταιρείες παρακολούθησης ναυτιλίας χαρακτήρισαν ένδειξη περαιτέρω επιδείνωσης. Στη συνέχεια οι ΗΠΑ προχώρησαν σε νέες επιθέσεις.

Το Ιράν εξακολουθεί να επιμένει ότι δεν επιτρέπει διέλευση σε πλοία που δεν ζητούν τη δική του έγκριση, με αποτέλεσμα η δίοδος να λειτουργεί de facto περιορισμένα, ενώ οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει αποκλεισμό σε ιρανικά λιμάνια του Κόλπου.

Μέσα από αυτό το στενό περνά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, οπότε σε κάθε νέο επεισόδιο επηρεάζεται άμεσα η τιμή: το Brent κινείται στα επίπεδα των 94 δολαρίων το βαρέλι, με αξιωματούχους και των δύο πλευρών να παραδέχονται πλέον ότι η σύγκρουση μπορεί να τραβήξει μήνες.

Η αντανάκλαση στα ομόλογα είναι ίσως το πιο ανησυχητικό κομμάτι της εικόνας, γιατί δείχνει ότι η αγορά δεν τιμολογεί απλώς ένα γεωπολιτικό σοκ αλλά μια πιο μόνιμη μετατόπιση προσδοκιών για επιτόκια.

Το γερμανικό δεκαετές έφτασε στο 3,3%, επίπεδο που δεν είχαμε δει από το 2011, ενώ ο παγκόσμιος δείκτης κρατικού χρέους της Bloomberg κατέγραψε τέταρτη συνεχόμενη συνεδρίαση απωλειών, με τη μέση απόδοση να σκαρφαλώνει στο 3,72% -το υψηλότερο σημείο από τα μέσα του 2008.

Στην Ιαπωνία το δεκαετές άγγιξε το 3% για πρώτη φορά από το 1996, στην Αυστραλία το αντίστοιχο ομόλογο ξεπέρασε το 5,1% και στη Γαλλία οι αποδόσεις πλησιάζουν πλέον το 5% με το spread έναντι της Γερμανίας να διευρύνεται λόγω δημοσιονομικών ανησυχιών και πολιτικής αβεβαιότητας ενόψει του 2027.

Δεν είναι μόνο το ρίσκο του πληθωρισμού που πιέζει τις τιμές των ομολόγων, είναι και η αυξημένη προσφορά χρέους από κράτη που δανείζονται όλο και περισσότερο σε μια περίοδο όπου οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη αποζημίωση για να τα κρατήσουν.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το μήνυμα που έδωσε ο νέος πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, δεν άφησε περιθώρια παρερμηνείας: οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν ακόμη δουλειά μπροστά τους για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό που παραμένει επίμονος.

Οι αγορές χρήματος αντέδρασαν αμέσως, ανεβάζοντας την πιθανότητα αύξησης επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο στο 60%, από περίπου 35% μόλις μία εβδομάδα πριν. Είναι μια εντυπωσιακή αντιστροφή εκτιμήσεων: μέχρι πριν λίγους μήνες η συζήτηση αφορούσε πότε θα ξεκινήσει η Fed να μειώνει επιτόκια, τώρα η συζήτηση είναι αν χρειάζεται να τα ανεβάσει ξανά.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται ήδη σε αυτή την τροχιά. Τον Ιούνιο προχώρησε στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023, ανεβάζοντας το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,25%, με αιτιολογία ακριβώς τον πληθωρισμό που η ίδια η ΕΚΤ έβλεπε να παραμένει κοντά στο 3% για το σύνολο του έτους εξαιτίας του πολέμου.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της, Φίλιπ Λέιν, το επανέλαβε πρόσφατα χωρίς περιστροφές: οι καταναλωτές πρέπει να συνηθίσουν την ιδέα ενός πληθωρισμού γύρω στο 3% ως το τέλος της χρονιάς, με την πορεία να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν αποκλιμακωθεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Δεν δεσμεύτηκε, ούτε αρνήθηκε νέα αύξηση, όμως οι αγορές προεξοφλούν ήδη τουλάχιστον μία ακόμη κίνηση έως το τέλος του 2026. Η χθεσινή επιτάχυνση στο 3,3% σαφέστατα θα ενισχύσει αυτό το σενάριο.

Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν και οι δύο κεντρικές τράπεζες είναι κλασικό στην ουσία του αλλά δύσκολο στην εφαρμογή: ένα σοκ προσφοράς πετρελαίου ανεβάζει τον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα φρενάρει την ανάπτυξη, πράγμα που θεωρητικά θα δικαιολογούσε χαλαρότερη νομισματική πολιτική.

Η ΕΚΤ το είχε αναγνωρίσει ήδη τον Ιούνιο, αναθεωρώντας προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης για το 2026 και το 2027 λόγω ακριβώς αυτής της επίδρασης στα βασικά εμπορεύματα, στα πραγματικά εισοδήματα και στην εμπιστοσύνη καταναλωτών και επιχειρήσεων.

Όμως όταν ο πληθωρισμός ξεφεύγει αισθητά από τον στόχο, όπως συμβαίνει τώρα, οι κεντρικές τράπεζες τείνουν να δίνουν προτεραιότητα στη σταθερότητα τιμών, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να «ανεχθούν» πιο αδύναμη ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα.

Είναι το ίδιο δίλημμα που είχε ταλανίσει τις αγορές το 2022, μόνο που τώρα η αφορμή δεν είναι η μετά-πανδημική ζήτηση αλλά μια ενεργειακή διόδος που κλείνει και ανοίγει ανάλογα με τις στρατιωτικές εξελίξεις.

Για τις μετοχές το συνδυαστικό μήνυμα είναι δυσάρεστο: υψηλότερα επιτόκια αναφοράς σημαίνουν υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο για κάθε αποτίμηση, ενώ η αβεβαιότητα γύρω από τον πληθωρισμό δυσκολεύει τον σχεδιασμό τόσο των επιχειρήσεων όσο και των επενδυτών.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες πιέσεις τις τελευταίες συνεδριάσεις εντοπίζονται στους κλάδους με τη μεγαλύτερη ευαισθησία σε επιτόκια -τράπεζες, εταιρείες με υψηλό δανεισμό- ενώ οι εταιρείες ενέργειας απολαμβάνουν, τουλάχιστον προσωρινά, το αντίθετο ρεύμα.

Το ερώτημα που θα κρίνει τις επόμενες εβδομάδες δεν είναι τόσο αν η ΕΚΤ και η Fed θα κινηθούν τον Σεπτέμβριο -και οι δύο φαίνεται να το εξετάζουν σοβαρά- όσο αν η ένταση στον Κόλπο θα αποκλιμακωθεί πριν προλάβει να μονιμοποιήσει τις πληθωριστικές προσδοκίες.

Οσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σημείο τριβής, κάθε προσπάθεια των κεντρικών τραπεζιτών να «διαβάσουν» τον πληθωρισμό θα συγκρούεται με μια μεταβλητή που δεν ελέγχουν: την τιμή του πετρελαίου. Και όσο αυτή η μεταβλητή παραμένει ασταθής, το ίδιο θα παραμένουν και οι αγορές ομολόγων -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κόστος χρήματος παντού, από τη Φρανκφούρτη μέχρι την Αθήνα.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο