Καταλύτης για καλές αποδόσεις οι ανεξάρτητες αναλύσεις

Γιατί η ανεξάρτητη ανάλυση είναι η πιο αποτελεσματική οδός για την τόνωση του επενδυτικού ενδιαφέροντος της μετοχής μιας εισηγμένης. Το μεγάλο κενό ενημέρωσης και οι ανάγκες της αγοράς. Γράφει ο Ν. Γεωργιάδης.

  • του Νικόλαου Γεωργιάδη*
Καταλύτης για καλές αποδόσεις οι ανεξάρτητες αναλύσεις

Στις ανεπτυγμένες χρηματιστηριακές αγορές, η ανεξάρτητη θεμελιώδης ανάλυση για την κάλυψη των εισηγμένων εταιριών, το λεγόμενο «fee-based research», διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξειδικευμένη ενημέρωση των επενδυτών, τόσο των θεσμικών όσο και των ιδιωτών, με σκοπό τον εμπλουτισμό των επενδυτικών τους επιλογών και την αναζήτηση μετοχών οι οποίες χωρίς την ανεξάρτητη ανάλυση δεν θα μπορούσαν είναι γνωστές προς την επενδυτική κοινότητα.

Μετά την -εδώ και δεκαετίες- «απελευθέρωση» των προμηθειών των χρηματιστηριακών υπηρεσιών, λόγω των μειωμένων εσόδων των αντίστοιχων εταιριών, έχει δημιουργηθεί μεγάλο χάσμα ως προς την παροχή ανάλυσης για εισηγμένες εταιρίες (κυρίως μικρής και μεσαίας κεφαλαιοποίησης) προς το ευρύτερο επενδυτικό κοινό.

Αντίστοιχο και μάλιστα μεγαλύτερο κενό πληροφόρησης -και αναλυτικής άποψης- έχει δημιουργηθεί εδώ και πολλά χρόνια στην ελληνική αγορά μετοχών, με τις εγχώριες εισηγμένες εταιρίες να μη διαθέτουν κάλυψη από αναλυτές και κατά αυτόν τον τρόπο να μην είναι σε θέση να τονώσουν το επενδυτικό ενδιαφέρον για τη μετοχή τους ακόμη και όταν υπάρχουν θετικές προοπτικές στα θεμελιώδη μεγέθη τους.

Οι σημαντικότεροι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει μια ελληνική εισηγμένη εταιρία να έχει κάλυψη από ανεξάρτητο οίκο έρευνας και ανάλυσης είναι οι ακόλουθοι:

- Η ανεξάρτητη ανάλυση είναι πηγή ζωτικής πληροφόρησης για τη χρηματιστηριακή αγορά και το επενδυτικό της κοινό, και δεν αποτελεί ένα απλό μέσο μάρκετινγκ ή προώθησης ενός «προϊόντος», δηλαδή της μετοχής της εισηγμένης εταιρίας.

- Η ανεξάρτητη ανάλυση παρέχει μια σειρά από ασφαλιστικές δικλίδες. Πιο συγκεκριμένα, δεν υπάρχουν αμοιβές ή αποζημιώσεις με τη μορφή μετοχών ή δικαιωμάτων για τους αναλυτές που εκπονούν τις εν λόγω αναλύσεις. Δεν υπάρχει «σύνδεση» της ανάλυσης με τη διενέργεια πράξεων όπως συνήθως συμβαίνει με τις αναλύσεις από χρηματιστηριακές εταιρίες. Δεν υπάρχουν συγκρούσεις συμφερόντων στον βαθμό που υπάρχουν για τις αναλύσεις που γίνονται από τους ανωτέρω φορείς. Τα κόστη της υπηρεσίας ανεξάρτητης ανάλυσης καταβάλλονται εκ των προτέρων, ώστε να διασφαλίζεται η πιο αντικειμενική κατά το δυνατόν άποψη. Οι αναλύσεις παραθέτουν με σαφήνεια τη σχέση του οίκου ανεξάρτητης ανάλυσης και της εισηγμένης εταιρίας και συνεπώς οι επενδυτές μπορούν να κρίνουν την αντικειμενικότητα της ανάλυσης.

- Το επενδυτικό κοινό των ανεξάρτητων αναλύσεων είναι πολύ μεγαλύτερο, καθώς πρακτικά οποιοσδήποτε επενδυτής, θεσμικός ή ιδιώτης, έχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε τέτοιου είδους αναλύσεις. Αντίθετα δηλαδή με αυτό που ισχύει για τις αναλύσεις οι οποίες προέρχονται από τις χρηματιστηριακές εταιρίες και τις επενδυτικές τράπεζες.

- Οι αναλύσεις δεν λαμβάνουν απαραίτητα θέση (όπως αγορά ή πώληση) για τη μετοχή, καθώς εκθέτουν περισσότερο ανεξάρτητη άποψη, χωρίς να ενθαρρύνουν απαραίτητα χρηματιστηριακές πράξεις. Όπως προαναφέρθηκε, οι αναλυτές δεν αγοράζουν μετοχές της εταιρίας που καλύπτουν ούτε «συνδέονται» με τμήματα θεσμικών επενδυτών και με χρηματιστηριακές εντολές αυτών.

- Οι θεσμικοί επενδυτές διακρίνονται συνήθως από θετική προδιάθεση να διαβάσουν μια ανεξάρτητη ανάλυση από μια ανάλυση που έχει εκπονηθεί από επενδυτική τράπεζα ή χρηματιστηριακή εταιρία, με ενδεχόμενο συμφέρον τις συγκεκριμένες πράξεις επί της μετοχής της εκάστοτε εισηγμένης εταιρίας.

- Στο πλαίσιο της επενδυτικής και κοινωνικής ευθύνης, οι εισηγμένες εταιρίες ωφελούνται όταν παρέχουν προς όλους τους επενδυτές, έστω έμμεσα, το δικαίωμα πρόσβασης και ανάγνωσης εξειδικευμένων αναλύσεων. Αυτό συμβαίνει διότι στην ανάλυση που εκπονείται από έναν οίκο ανεξάρτητης έρευνας δύνανται να έχουν πρόσβαση όλοι οι επενδυτές. Αντίθετα, όταν η ανάλυση εκπονείται από μία επενδυτική τράπεζα ή μία χρηματιστηριακή εταιρία, τότε πρόσβαση στην ανάλυση έχουν μόνο οι πελάτες - θεσμικοί επενδυτές του εν λόγω φορέα ως προνομιούχοι αποδέκτες της πληροφόρησης και αποκλείονται όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες επενδυτών.

- Με την ανεξάρτητη ανάλυση καλύπτονται εταιρίες μικρής και μεσαίας κεφαλαιοποίησης, χαμηλότερης εμπορευσιμότητας, οι οποίες αν και μπορεί να έχουν ευνοϊκές προοπτικές, εντούτοις δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον των επενδυτικών τραπεζών και των χρηματιστηριακών εταιριών.

- Επίσης, η ανεξάρτητη ανάλυση καλύπτει ένα σημαντικό χάσμα πληροφόρησης μεταξύ των όσων συμβαίνουν σε μία εισηγμένη εταιρία και των όσων γνωρίζουν οι επενδυτές. Μετοχές οι οποίες δεν καλύπτονται από αναλυτές, καταλήγουν να είναι «ορφανές» και το γεγονός αυτό τους στερεί σημαντικά κεφάλαια καθώς και την ανάδειξη της δυνητικής τους αξίας στη χρηματιστηριακή αγορά.

- Η νομοθεσία της Mifid II αλλάζει τα δεδομένα σε επίπεδο ανάλυσης και ενδεχομένως λόγω του ρητού κόστους που θα πρέπει να καταβάλλεται αλλά και να γνωστοποιείται σχετικά με την εκπόνηση αναλύσεων, ενδέχεται να περιορίσει την κάλυψη εισηγμένων εταιριών πανευρωπαϊκά. Οι εταιρίες ανεξάρτητης ανάλυσης μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό που πρόκειται να δημιουργηθεί.

- Οι ίδιες οι οργανωμένες και ανεπτυγμένες χρηματιστηριακές αγορές ενθαρρύνουν, ή θα μπορούσαν να ευνοήσουν περαιτέρω, το λεγόμενο «fee-based research» (με σκοπό την παροχή ενός είδους «fairness opinion» και όχι ενός «promotional opinion»), με σκοπό την κάλυψη όσο το δυνατό περισσότερων εταιριών προς όφελος της ευρύτερης επενδυτικής κοινότητας που ενδιαφέρεται να επενδύσει στις μετοχές τους και επιθυμεί να είναι αποδέκτης εξειδικευμένης ανάλυσης ως μέσου για τη λήψη των εκάστοτε επενδυτικών αποφάσεων.

Ιδιαίτερα στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά θα πρέπει να επισημανθούν και τα ακόλουθα:

- Ένας λόγος για τις ιδιαίτερα περιορισμένες ή μηδαμινές συναλλαγές των μικρομεσαίων εισηγμένων εταιριών στο Ελληνικό Χρηματιστήριο είναι η έλλειψη εξειδικευμένης ανάλυσης και πληροφόρησης για αυτές προς ένα ευρύτερο επενδυτικό κοινό.

- Οι εγχώριες χρηματιστηριακές εταιρίες δεν έχουν τις υποδομές για να καλύπτουν το σύνολο των εισηγμένων εταιριών της αγοράς, συνεπώς και οι ελληνικές εισηγμένες στερούνται της δυνατότητας να παρουσιάζονται μέσω μιας εξειδικευμένης ανάλυσης στο ευρύτερο δυνατό κοινό, ιδιαίτερα των ξένων θεσμικών επενδυτών.

- Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά δεν καλύπτονται περισσότερες από 15-20 εταιρίες, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία ενδιαφέρουσες προοπτικές υπάρχουν σε τουλάχιστον 50 εταιρίες από τις συνολικές 100-120 εταιρίες, οι μετοχές των οποίων πραγματοποιούν συναλλαγές σε ημερήσια βάση.

Συνεπώς για να αποκτήσει σταδιακά τόσο εμπορευσιμότητα όσο και αναγνωρισιμότητα μια μετοχή, ο πιο ανεξάρτητος, διατηρήσιμος και αντικειμενικός δρόμος είναι εκείνος της ανεξάρτητης ανάλυσης. Μάλιστα, αυτό πρέπει να γίνεται όχι μόνο σε καιρούς στους οποίους τα οικονομικά μεγέθη των εισηγμένων εταιριών εξελίσσονται ευνοϊκά αλλά και σε καιρούς που παρατηρούνται λιγότερο ευνοϊκές μεταβολές των μεγεθών αυτών.

Οι ανεξάρτητες αναλύσεις διανέμονται ελεύθερα σε όλους τους ενδιαφερόμενους επενδυτές, όλων των κατηγοριών, παρατίθενται στις ιστοσελίδες τόσο του παρόχου όσο και των ίδιων των καλυπτόμενων εισηγμένων εταιριών και συμβάλλουν καθοριστικά τόσο στη διάχυση ζωτικής πληροφόρησης όσο και στην αποτελεσματικότητα της αγοράς μετοχών.

Η ανάγκη της χρηματιστηριακής αγοράς και του επενδυτικού της κοινού για αντικειμενική και ανεξάρτητη ανάλυση για τις εισηγμένες εταιρίες παραμένει σήμερα υψηλότερη από κάθε άλλη φορά, λόγω των δυναμικών και ιδιαίτερα ευμετάβλητων συνθηκών των αγορών.

 

* Ο Νικόλαος Ηρ. Γεωργιάδης, PhD (ngeorgiadis@valueinvest.gr) είναι Υπεύθυνος Ανάλυσης Αγοράς & Μετοχών της VRS (Valuation & Research Specialists).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus