Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ: Οικονομικά αποτελέσματα 2002

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ: Οικονομικά αποτελέσματα 2002

Από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ανακοινώθηκαν σήμερα τα αποτελέσματα του 2002, που έχουν ως ακολούθως: ”Τα προ φόρων κέρδη του Ομίλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος μετά την αφαίρεση των δικαιωμάτων μειοψηφίας, ανήλθαν το 2002 σε Euro 349.8 εκατ., μειωμένα κατά 49.9% σε σχέση με το 2001. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στη σημαντική μείωση των διαπραγματευτικών κερδών, τα οποία στο 2002 περιορίστηκαν σε Euro 83.2 εκατ. από Euro 390.2 εκατ. το 2001. Επίσης, τα αποτελέσματα του 2002 επιβαρύνθηκαν από έκτακτη δαπάνη ύψους Euro 28.5 εκατ. λόγω του προγράμματος εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων της ΕΤΕ και της ΕΤΕΒΑ. Αν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η εφάπαξ δαπάνη, η μείωση των προ φόρων κερδών του Ομίλου κατά το 2002 περιορίζεται σε 45.8%. Για τους ίδιους λόγους, τα προ φόρων κέρδη της Τράπεζας ανήλθαν σε Euro 296.7 εκατ. έναντι Euro 647.5 εκατ. στο 2001. Παρά την αρνητική συγκυρία των αγορών, η οργανική κερδοφορία του Ομίλου συνεχίζει να παρουσιάζει αισθητή βελτίωση. Η βελτίωση αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στα παρακάτω: Τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα του Ομίλου διαμορφώθηκαν στο 2002 σε επίπεδα υψηλότερα του 2001 κατά 6.5% (2002: Euro1 183.3 εκατ., 2001: Euro1 111.0 εκατ.). Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την τάση βελτίωσης των καθαρών επιτοκιακών εσόδων λόγω βελτίωσης της σύνθεσης του Ενεργητικού της Τράπεζας, τα οποία ειδικά στο δ! 3μηνο του 2002 σημειώνουν αύξηση κατά Euro 6.3 εκατ. έναντι του γ! 3μήνου (8.4% σε ετησιοποιημένη βάση). Το επιτοκιακό περιθώριο του Ομίλου διαμορφώθηκε σε 243 μονάδες βάσης. μονάδες βάσης) Tα έσοδα προμηθειών του Ομίλου σημειώνουν οριακή αύξηση σε σχέση με το 2001 (2002: Euro 374.5 εκατ., 2001: Euro 371.3 εκατ.), παρά τη κάμψη των προμηθειών που σχετίζονται με την κεφαλαιαγορά (μείωση κατά 29%). Αυξημένη συμβολή στα κέρδη του Ομίλου είχε το δίκτυο εξωτερικού, η συμμετοχή του οποίου, προ διαπραγματευτικών κερδών, ανήλθε σε 25% περίπου. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, συνεχίζεται η ποιοτική βελτίωση της σύνθεσης των εσόδων του Ομίλου, με τις οργανικές πηγές κερδοφορίας το 2002 να αντιπροσωπεύουν πλέον το 95% των συνολικών εσόδων έναντι 79.6% το 2001, διαμορφώνοντας μια σταθερή βάση επαναλαμβανόμενης κερδοφορίας που θα αποτελέσει τον πυρήνα των αποτελεσμάτων του Ομίλου στα προσεχή έτη. Ειδικότερα, τα επιτοκιακά έσοδα αντιπροσωπεύουν το 72% των συνολικών εσόδων του Ομίλου (2001: 58%). Θετική συμβολή στη συνολική κερδοφορία του Ομίλου είχε η συστηματική προσπάθεια συγκράτησης των λειτουργικών δαπανών οι οποίες σημείωσαν οριακή αύξηση κατά 2.4% σε σχέση με το 2001. Η Διοίκηση της Τράπεζας αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στον έλεγχο του κόστους, γεγονός που αναμένεται να έχει ευνοϊκή επίδραση στα προσεχή 3μηνα. Ειδικότερα, το 2002 οι δαπάνες προσωπικού του Ομίλου εμφανίζουν για πρώτη φορά μείωση έναντι της προηγούμενης χρήσης (κατά 0.5%). Με την ολοκλήρωση των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου της ΕΤΕ και της ΕΤΕΒΑ αποχώρησαν 725 εργαζόμενοι μέσα στο 2002. Το κόστος της εθελουσίας εξόδου διαμορφώθηκε σε Euro 28.5 εκατ. περίπου, ενώ η ετήσια δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού που αποχώρησε θα υπερέβαινε τα Euro 40 εκατ. Στην ίδια περίοδο, πέραν των ανωτέρω, αποχώρησαν από την ΕΤΕ 190. Η πολιτική συγκράτησης του αριθμού του προσωπικού εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία και στις μονάδες του εξωτερικού από τις οποίες αποχώρησαν συνολικά 610 άτομα. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω προγραμμάτων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και παρά την επέκταση του Ομίλου τόσο στις ΗΠΑ (εξαγορά Yonkers) όσο και στη Βαλκανική, ο συνολικός αριθμός προσωπικού μειώθηκε μέσα στη χρήση κατά 6% περίπου. Το γεγονός αυτό αναμένεται να έχει θετική επίδραση στη μείωση του κόστους προσωπικού και στη βελτίωση της αποδοτικότητας του Ομίλου στα προσεχή 3μηνα. Το συνολικό ύψος χορηγήσεων και εταιρικών χρεογράφων του Ομίλου στο τέλος του 2002 ανήλθε σε Euro 23.1 δισ., καταγράφοντας αύξηση 7.8% σε ετήσια βάση. Ο τομέας της λιανικής τραπεζικής, στον οποίο περιλαμβάνεται και η επαγγελματική πίστη, εξακολουθεί να αναπτύσσεται δυναμικά και στα τέλη του 2002 αντιπροσωπεύει πλέον 44% του χαρτοφυλακίου χορηγήσεων του Ομίλου έναντι 38% στο τέλος του 2001. Αντίστοιχα, στην Τράπεζα η λιανική πίστη αντιπροσωπεύει 47% του συνόλου των χορηγήσεων. Η τάση αυτή επιβεβαιώνει τη στρατηγική της Διοίκησης για τη σταδιακή αύξηση της συμμετοχής των χορηγήσεων στο σύνολο του Ενεργητικού και τη βελτίωση της σχέσης χορηγήσεων προς καταθέσεις. Ως αποτέλεσμα, η σχέση χορηγήσεων και εταιρικών ομολόγων προς καταθέσεις διαμορφώνεται τη 31.12.2002 σε 52% περίπου έναντι 48% στο τέλος του 2001, τάση που αναμένεται να συνεχισθεί και στα προσεχή έτη. Ειδικότερα, στα υπόλοιπα της καταναλωτικής πίστης (πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά και προσωπικά δάνεια) καταγράφεται στην τρέχουσα χρήση ετήσιος ρυθμός αύξησης 25%. Ο αντίστοιχος ετήσιος ρυθμός αύξησης των υπολοίπων της στεγαστικής πίστης ανέρχεται σε 23%, που αντιπροσωπεύει ικανοποιητικό ρυθμό αύξησης λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού ύψους των αποπληρωμών του εν λόγω χαρτοφυλακίου λόγω ωρίμανσης. Επίσης, εντυπωσιακά εξελίσσεται η πρωτοβουλία της Τράπεζας στην επαγγελματική πίστη, όπου το σχετικό χαρτοφυλάκιο καταγράφει αύξηση της τάξης του 35% στο διάστημα των τελευταίων οκτώ μηνών. Στον τομέα της επιχειρηματικής πίστης συνεχίζεται η συντηρητική πολιτική της Τράπεζας σε σχέση με την περαιτέρω επέκτασή της στις χρηματοδοτήσεις μεγάλων επιχειρήσεων. Αντίθετα, σημαντική αύξηση της τάξης του 15% καταγράφεται στα υπόλοιπα χορηγήσεων προς τις μεσαίες επιχειρήσεις, ως αποτέλεσμα της επίμονης προσπάθειας του Ομίλου για διεύρυνση του μεριδίου αγοράς στο συγκεκριμένο κλάδο. Η ποιότητα του χαρτοφυλακίου χορηγήσεων διατηρείται σε υψηλά επίπεδα παρά τη σημαντική αύξησή του. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μετά από τις σχετικές προβλέψεις αντιπροσωπεύουν το 2% του συνολικού χαρτοφυλακίου έναντι 2.1% το 2001 και υπερκαλύπτονται από εμπράγματα βάρη και λοιπές εξασφαλίσεις. Ειδικότερα, όσον αφορά την ποιότητα του χαρτοφυλακίου της στεγαστικής πίστης είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την τελευταία τετραετία, σωρευτικά, το ύψος των νέων μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων αντιπροσωπεύει μόλις το 0.8% των αντίστοιχων εκταμιεύσεων της περιόδου. Επίσης, στην ίδια τετραετία η εντυπωσιακή αύξηση των υπολοίπων της καταναλωτικής πίστης κατά Euro1 800 εκατ. οδήγησαν σε αύξηση των μη εξυπηρετούμενων καταναλωτικών δανείων κατά μόλις Euro 35 εκατ. Στην τρέχουσα χρήση πραγματοποιήθηκε, με βάση το άρθρο 28 του Ν. 3091/2002, αναπροσαρμογή της αξίας των ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων της Εθνικής Τράπεζας στην αντικειμενική τους αξία. Η υπεραξία που προέκυψε ύψους Euro 211.8 εκατ. και η οποία δεν αντανακλά την αποτίμηση σε τρέχουσα αξία, συμψηφίστηκε με το σύνολο των ζημιών (ύψους Euro 211.3 εκατ.) που προέκυψαν από την κατ’ είδος αποτίμηση του εμπορικού χαρτοφυλακίου μετοχών, ομολόγων και μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Η ενέργεια αυτή κρίθηκε επιβεβλημένη ενόψει της υιοθέτησης των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη διαγραφή όλων των εξ’ αποτιμήσεως ζημιών των χρεογράφων του εμπορικού χαρτοφυλακίου του Ομίλου. Οι καταθέσεις του Ομίλου παρέμειναν αμετάβλητες παρά τη μείωση των καταθέσεων προθεσμίας κατά 11%, η οποία αντισταθμίστηκε από την αύξηση των καταθέσεων Ταμιευτηρίου κατά 4.9%. Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό της ηγετικής θέσης της Τράπεζας στην ελληνική τραπεζική αγορά. Ο συντελεστής αποτελεσματικότητας (Efficiency Ratio) του Ομίλου το 2002 ανήλθε σε 71.7% έναντι 60.4% το 2001, επηρεαζόμενος αρνητικά από τη μείωση των διαπραγματευτικών κερδών. Σημειώνεται όμως, ότι εξαιρουμένων των διαπραγματευτικών κερδών, ο συντελεστής αποτελεσματικότητας του Ομίλου παρουσιάζει οριακή βελτίωση έναντι του 2001 (2002: 75.5%, 2001: 75.9%) και το δ! 3μηνο μειώθηκε αισθητά στο 73.7% από 78.4% στο α! 3μηνο. Για τον ίδιο λόγο, η προ φόρων απόδοση των ιδίων κεφαλαίων του Ομίλου (Pre- Tax Return on Average Equity), διαμορφώθηκε σε 14.3% (2001: 27.1%) και η απόδοση του ενεργητικού του Ομίλου (Return on Average Assets) σε 0.66% (2001: 1.40%). Η κεφαλαιακή επάρκεια του Ομίλου παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Στο τέλος του 2002, με βάση προσωρινά στοιχεία ο Βασικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας (Tier I Capital Ratio) υπολογίζεται σε 7.4% και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας (Total Capital Ratio) σε 10.4%. Με βάση την επιτευχθείσα κερδοφορία, η Διοίκηση της Τράπεζας προτίθεται να προτείνει στην Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων τη διανομή μερίσματος Euro 0.45 ανά μετοχή έναντι αντιστοίχου μερίσματος της χρήσης 2001 ύψους Euro 1.1 ανά μετοχή. Το συνολικό ως ανωτέρω προτεινόμενο για διανομή μερίσματος ποσό ανέρχεται σε Euro 104.3 εκατ. έναντι Euro 250.9 εκατ. του 2001. Με βάση την τιμή κλεισίματος της 19 Φεβρουαρίου 2003, το προτεινόμενο μέρισμα ισοδυναμεί με ετησιοποιημένη απόδοση 3.7%.”

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο