Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ALPHA BANK: Oικονομικά αποτελέσματα 2002

ALPHA BANK:Oικονομικά αποτελέσματα 2002

Η ALPHA BANK ΑΕ με Δελτίο Τύπου προς το Χ.Α. γνωστοποιεί τα ακόλουθα: ”Αποτελέσματα Ομίλου Alpha Bank 2002. Κέρδη Euro 172,5 εκατ. – Μέρισμα Τραπέζης Euro 0,40 ανά μετοχή. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας ανήλθαν το 2002 σε Euro 172,5 εκατ. έναντι Euro 207,7 εκατ. πέρυσι. Για να καταστούν τα μεγέθη αυτά συγκρίσιμα, λόγω της διαγραφής goodwill ύψους Euro 611,3 εκατ. από τα λογιστικά βιβλία της Τραπέζης το 2002 και της αντίστοιχης μειώσεως των αποσβέσεων του goodwill κατά Euro 33,4 εκατ., θα πρέπει τα περυσινά κέρδη να αναπροσαρμοστούν προς τα πάνω και να διαμορφωθούν σε Euro 241 εκατ. Μετά την προσαρμογή, η ποσοστιαία μεταβολή των κερδών είναι -28%. Παρομοίως, τα καθαρά κέρδη προ φόρων και μετά από δικαιώματα μειοψηφίας ανήλθαν σε Euro 272 εκατ. έναντι προσαρμοσμένων κερδών Euro 377 εκατ. πέρυσι (-28%). Η μείωση αυτή περιορίζεται σε 4% εάν ληφθούν υπόψιν έκτακτοι παράγοντες που έχουν επηρεάσει τα αποτελέσματα του 2002. Συγκεκριμένα, το 2002 είχαμε: Euro 47,7 εκατ. λιγότερα αποτελέσματα από χρηματοοικονομικές πράξεις. Euro 24,7 εκατ. λιγότερα έκτακτα αποτελέσματα. Euro 17,8 εκατ. μεγαλύτερες πληρωμές στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού. Και οι τρεις αυτοί παράγοντες δεν επηρεάζουν τα επαναλαμβανόμενα κέρδη της Τραπέζης. Εάν, λοιπόν, γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές, η πραγματική κατάσταση της οργανικής κερδοφορίας κρίνεται ικανοποιητική. Αυτό τεκμαίρεται και από την καλή πορεία των εσόδων πρωτίστως από τραπεζικές εργασίες (καθαρό έσοδο τόκων και προμήθειες) καθόλη την διάρκεια του 2002, όπως φαίνεται στα τριμηνιαία αποτελέσματα, που σηματοδοτεί την αντιστροφή της πτωτικής τάσεως που συνεχίζεται από το 2000 μετά την εξάλειψη των ευνοϊκών για την κερδοφορία συγκυριών της συγκλίσεως της ελληνικής οικονομίας και της ανόδου της κεφαλαιαγοράς. Με την έμφαση δε που δίδεται πλέον στον έλεγχο του κόστους, η πορεία αυτή θα ενισχυθεί και θα αποκτήσει μονιμότερο χαρακτήρα. Το Διοικητικό Συμβούλιο απεφάσισε να προταθεί στην Γενική Συνέλευση η διανομή μερίσματος Euro 0,40 ανά μετοχή. Τα αποτελέσματα. Τα λειτουργικά έσοδα, χωρίς τα αποτελέσματα από χρηματοοικονομικές πράξεις, αυξήθηκαν κατά 2,5%, με το καθαρό έσοδο τόκων και τις προμήθειες να σημειώνουν άνοδο παρά τις αντίξοες συνθήκες στις κεφαλαιαγορές. Το κόστος εργασίας (αμοιβές προσωπικού χωρίς τις τρέχουσες πληρωμές δεδουλευμένων υποχρεώσεων προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού της Alpha Bank) μειώθηκε κατά 0,9% το 2002, κυρίως λόγω μειώσεως του προσωπικού της Τραπέζης κατά 2,7% (σε μέσα επίπεδα). Οι δείκτες αποδοτικότητας διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικό επίπεδο. Το Margin (καθαρό έσοδο τόκων προς μέσο ενεργητικό) αυξήθηκε σε 2,5% το 2002 από 2,4% το 2001 και 1,9% το 2000, σηματοδοτώντας την βελτίωση της ποιότητας των αποτελεσμάτων. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) διαμορφώθηκε σε 17,8%. Τα μεγέθη. Οι χορηγήσεις αυξήθηκαν κατά 18% το 2002 και ανήλθαν σε Euro 17,3 δισ. Πάνω από το μισό του χαρτοφυλακίου μας είναι δάνεια προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, γεγονός που αποτελεί την πηγή της δυνάμεώς μας στην αγορά. Τα στεγαστικά δάνεια, αυξήθηκαν κατά 101% το 2002, έχοντας ήδη αυξηθεί κατά 87% το 2001, οδηγώντας την Τράπεζα σε μερίδιο αγοράς 14% από 7% δύο χρόνια πριν. Η επιτυχία μας αυτή οφείλεται στην εμπιστοσύνη με την οποία μας περιβάλει ο κόσμος, στην άρτια και ταχεία εξυπηρέτηση που παρέχουμε και στο γεγονός ότι είμαστε ξεκάθαροι στους όρους των συναλλαγών. Τα δάνεια καταναλωτικής πίστεως επίσης εσημείωσαν αύξηση 25% το 2002. Από εφέτος δίνουμε μεγάλη έμφαση στην περαιτέρω αύξηση των μεγεθών μας στα καταναλωτικά δάνεια και τις κάρτες, αναπτύσσοντας νέες συνεργασίες με εμπορικά καταστήματα και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις, προωθώντας τον θεσμό των δόσεων και εισάγοντας νέες τεχνολογίες στις κάρτες, επιδιώκοντας να επαναλάβουμε την επιτυχία που είχαμε με τα στεγαστικά δάνεια. Η Τράπεζα διαθέτει άριστη ποιότητα χαρτοφυλακίου δανείων με τα δάνεια σε καθυστέρηση (πέραν των 3 μηνών) να ανέρχονται σε μόλις 3% του συνόλου των χορηγήσεων, ποσοστό που είναι το χαμηλότερο της ελληνικής αγοράς. Οι επισφαλείς απαιτήσεις στο τέλος του 2002 ανέρχονταν μόλις σε 0,3% του συνόλου των χορηγήσεων γεγονός που απεικονίζει αφενός την ποιότητα των χρηματοδοτήσεών μας και αφετέρου την πάγια πολιτική της Τραπέζης να διαγράφονται οι επισφάλειες κάθε χρόνο. Οι καταθέσεις και repos διαμορφώθηκαν σε Euro 23 δισ. στο τέλος του 2002 έχοντας μειωθεί κατά 6,6% λόγω της μετακινήσεως της πελατείας σε αγορές ομολόγων και άλλες τοποθετήσεις μετά την φορολόγηση των repos στην αρχή του έτους. Σημειώνεται ότι οι καταθέσεις ταμιευτηρίου της Τραπέζης εσημείωσαν αύξηση κατά 8% το 2002. Συνολικά, οι αποταμιεύσεις της πελατείας υπερβαίνουν τα Euro 30 δισ. περιλαμβανομένων των αμοιβαίων κεφαλαίων, των πωλήσεων τίτλων και των κεφαλαίων πελατείας υπό διαχείριση (private banking και asset management). Η κεφαλαιακή μας επάρκεια. Η ταχεία ανάπτυξη των μεγεθών μας απαιτεί όλο και μεγαλύτερα κεφάλαια. Έτσι, το 2002 συνεχίσαμε την άντληση κεφαλαίων μέσω δανείων μειωμένης εξασφαλίσεως και εκδόσεως, για πρώτη φορά από ελληνική τράπεζα, υβριδικών τίτλων. Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης κεφαλαιακής μας επάρκειας στο τέλος του 2002, και μετά την καταβολή του μερίσματος χρήσεως 2002, αυξήθηκε σε 9,9% από 8,5% πέρυσι (έναντι 8% του εποπτικού ελαχίστου ορίου). Ήδη, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας έχει ανέλθει σε 10,4% λόγω προσθήκης Euro 100 εκατ. από προσφάτως συναφθέν δάνειο μειωμένης εξασφαλίσεως. Η διαγραφή του goodwill. Η προαναφερθείσα διαγραφή του goodwill ύψους Euro 611,3 εκατ. στα βιβλία της Τραπέζης που προέκυψε λόγω της συγχωνεύσεως με την Ιονική, με αντίστοιχη μείωση της καθαρής θέσεως της Τραπέζης, αποφασίσθηκε κάνοντας χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει ο νόμος 3091/2002 και που επιτρέπει τον συμψηφισμό του goodwill με φορολογητέα ή όχι αποθεματικά. Έτσι, τα κέρδη της Τραπέζης δεν θα επιβαρύνονται πλέον κατά το ποσό των αποσβέσεων του goodwill και θα υπάρχει συγκρισιμότητα της κερδοφορίας με άλλες διεθνείς και κυρίως ελληνικές τράπεζες, ενόψει και της εφαρμογής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων από το 2004. Ο έλεγχος του κόστους. Τα τελευταία χρόνια, μετά την συγχώνευση με την Ιονική, ξεκίνησε μια προσπάθεια για την αναδιάρθρωση των δομών μας. Μέχρι σήμερα έχουν αποχωρήσει από την Τράπεζα 1.630 άτομα εκ των οποίων τα 633 με οικονομικά κίνητρα. Παράλληλα, έχουν κλείσει 72 Καταστήματα σε περιοχές όπου η γειτνίαση των Καταστημάτων καθιστούσε την λειτουργία τους ασύμφορη ενώ έχουν ανοίξει νέα Καταστήματα σε 47 περιοχές όπου δεν είχαμε πριν παρουσία. Η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται σήμερα με τον ίδιο εντατικό ρυθμό. Ήδη, ανακοινώθηκε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου προσωπικού για το 2003 που προβλέπει την πρόωρη συνταξιοδότηση 450 περίπου ατόμων με καθαρό όφελος Euro 15-20 εκατ. περίπου σε ετήσια βάση. Παράλληλα, αποφασίσθηκε το πάγωμα των προσλήψεων και η κάλυψη των νέων αναγκών να πραγματοποιηθεί με την αξιοποίηση του ήδη υπάρχοντος προσωπικού που με κατάλληλη εκπαίδευση σε νέες εξειδικεύσεις θα έχει μεγαλύτερες ευκαιρίες εξελίξεως. Στο πλαίσιο αυτό, προχωρούμε άμεσα στην συγχώνευση Καταστημάτων σε 50 περιοχές καθώς και σε ενοποίηση ομοειδών λειτουργιών στις Κεντρικές Υπηρεσίες της Τραπέζης και των Θυγατρικών με καθαρό όφελος Euro 15 εκατ. περίπου σε ετήσια βάση. Τέλος, σχεδιάζουμε την συγχώνευση όλων των Κέντρων Καταστημάτων σε 2 μεγάλα Κέντρα σε βάθος τριετίας, με την δημιουργία Τμημάτων εξειδικεύσεως για κάθε βασικό προϊόν και την κατάργηση της διακινήσεως εγγράφων σε φυσική μορφή. Όλες αυτές οι ενέργειες, ως είναι φυσικό, εξοικονομούν χώρους, μηχανήματα και εν γένει υποδομή και βελτιώνουν την παραγωγικότητά μας. Η τιμολογιακή μας πολιτική. Η τιμολογιακή μας πολιτική χαρακτηρίζεται από σεβασμό απέναντι στα συμφέροντα όλης της πελατείας μας, και των πιστούχων και των καταθετών. Η Τράπεζα έχει πλήρη συνείδηση των υποχρεώσεών της έναντι της πελατείας που μας έχει αναδείξει ως την πρώτη σε μέγεθος και σε ποιότητα ιδιωτική ελληνική τράπεζα. Η Τράπεζα υπήρξε πάντοτε πρωτοπόρος στις μεγάλες μειώσεις επιτοκίων τόσο στα στεγαστικά δάνεια όσο και γενικότερα. Εμείς πρώτοι κάναμε το όνειρο του μέσου Έλληνα να αποκτήσει δικό του σπίτι, πραγματικότητα. Ειδικά τα τελευταία επτά χρόνια, η Τράπεζα αξιοποίησε προς όφελος της πελατείας τα περιθώρια που προέκυπταν από την σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας και τις ευνοϊκές συνθήκες των αγορών που επικρατούσαν σε εκείνες τις περιόδους. Κρατήσαμε τα επιτόκια και τις χρεώσεις μας σε σχετικώς χαμηλά επίπεδα καθώς υπήρχαν κέρδη από ομόλογα και το Χρηματιστήριο. Σήμερα, όμως, ο εξορθολογισμός της τιμολογιακής πολιτικής είναι πλέον απαραίτητος. Η Τράπεζα, όπως δεν δίστασε στο παρελθόν, έτσι δεν θα διστάσει και στο μέλλον να προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Στις σημερινές, όμως, συνθήκες η καλύτερη ενδεχομένως επιλογή είναι τα στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσφατη προσαρμογή των επιτοκίων ιδιωτών από την Τράπεζα είναι μέσα στα όρια της αγοράς και σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν να είναι χαμηλότερα από τα ισχύοντα στις άλλες τράπεζες. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι προσφάτως ανακοινωθείσες προσαρμογές στα επιτόκια ιδιωτών δεν επηρεάζουν τα δάνεια σταθερού επιτοκίου που έχουν ήδη χορηγηθεί, ομοίως η προσαύξηση επιτοκίου για στεγαστικά δάνεια ύψους πάνω από την αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν αφορά τα υφιστάμενα δάνεια. Οι προοπτικές. Η στρατηγική μας είναι προσανατολισμένη στην αύξηση της κερδοφορίας μέσω αφενός επεκτάσεως σε εργασίες υψηλοτέρων περιθωρίων και εν γένει αποδόσεων (όπως είναι η τραπεζική ιδιωτών και μικρών επιχειρήσεων) και πιο ορθολογικής τιμολογήσεως των τραπεζικών προϊόντων και συναλλαγών, και αφετέρου υιοθετήσεως μέτρων ελέγχου του λειτουργικού κόστους (όπως είναι η εθελουσία έξοδος προσωπικού και οι συγχωνεύσεις Καταστημάτων και λειτουργιών). Η στρατηγική αυτή, που εστιάζεται στη βελτίωση της παραγωγικότητας, είναι αναγκαία για την επαναφορά της κερδοφορίας σε υψηλότερα επίπεδα, τώρα πλέον που διάφορες πηγές συγκυριακής αυξήσεως των εσόδων έχουν εκλείψει. Στο πλαίσιο αυτό, η συγκράτηση των λειτουργικών δαπανών στα σημερινά επίπεδα αποτελεί υψηλή μας προτεραιότητα. Πιο αναλυτικά, οι στόχοι μας για το 2005 είναι: Margin – 2001: 2,4%, 2002: 2,5%, 2005: 2,9%. Έξοδα/Έσοδα – 2001: 59%, 2002: 64%, 2005: 55%. Απόδοση ενεργητικού – 2001: 1,4%, 2002: 1,0%, 2005: 1,5%. Απόδοση ιδίων κεφαλαίων – 2001: 27%, 2002: 18%, 2005: 25%. Δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας – 2001: 8,5%, 2002: 10,4%, 2005: >9%.”

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο