Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: Οικονομικά αποτελέσματα 2001

Από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ανακοινώθηκαν σήμερα τα αποτελέσματα της χρήσης 2001, που έχουν ως ακολούθως: Τα προ φόρων κέρδη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ανήλθαν το 2001 σε € 647.5 εκατ., (δρχ. 220.6 δισ.).

Από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ανακοινώθηκαν σήμερα τα αποτελέσματα της χρήσης 2001, που έχουν ως ακολούθως: Τα προ φόρων κέρδη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ανήλθαν το 2001 σε € 647.5 εκατ., (δρχ. 220.6 δισ.) έναντι € 874.6 εκατ. (δρχ. 298.0 δισ.) του 2000, παρουσιάζοντας μείωση κατά 26.0%. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν το 2001 σε € 470.1 εκατ. (δρχ. 160.2 δισ.) έναντι € 649.5 εκατ. (δρχ. 221.3 δισ.) το 2000, μειωμένα κατά 27.6%. Η μείωση των κερδών έναντι του 2000, οφείλεται αποκλειστικά στην κατά € 348.6 εκατ. (δρχ. 118.8 δισ.) υστέρηση των διαπραγματευτικών κερδών . Για τον ίδιο λόγο, τα προ φόρων κέρδη του Ομίλου μετά την αφαίρεση των δικαιωμάτων μειοψηφίας, ανήλθαν το 2001 σε € 698.7 εκατ. (δρχ. 238.1 δισ.) έναντι € 980.6 εκατ. (δρχ. 334.2 δισ.) το 2000, σημειώνοντας κάμψη κατά 28.8%. Εξαιρουμένων των κερδών από αγοραπωλησίες μετοχών στη χρήση 2001, τα αποτελέσματα της Τράπεζας και του Ομίλου παρουσιάζουν αύξηση κατά 24.5% και 18.5% αντίστοιχα. Η αύξηση της κερδοφορίας της Τράπεζας αποτυπώνεται και στο ύψος των οργανικών της εσόδων, τα οποία στην ίδια βάση αυξήθηκαν στη χρήση 2001 κατά 11.2%. Σημαντική βελτίωση παρουσιάζει και η σύνθεση των εσόδων του Ομίλου, με τα μη διαπραγματευτικά έσοδα να αντιπροσωπεύουν πλέον το 79.6% των εσόδων έναντι 62.8% το 2000. Στη βελτίωση της σύνθεσης της κερδοφορίας της Τράπεζας συνέβαλε ιδιαίτερα η κατά 23.8% αύξηση των καθαρών επιτοκιακών εσόδων, τα οποία αυξήθηκαν κατά € 172,2 εκατ. (δρχ 58,7 δισ.) και διαμορφώθηκαν το 2001 σε € 897.2 εκατ. (δρχ. 305.7 δισ.), έναντι € 725.0 εκατ. (δρχ. 247.0 δισ.) το 2000. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο της Τράπεζας αυξήθηκε το 2001 σε 2.19% έναντι 1.95% για το 2000. Αντίστοιχα, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο του Ομίλου, αυξήθηκε σημαντικά και διαμορφώθηκε το 2001 σε 2.44% έναντι 2.19% το 2000. Θετική συμβολή στη σύνθεση της κερδοφορίας της Τράπεζας είχε και η διατήρηση των εσόδων προμηθειών σε επίπεδα οριακά χαμηλότερα του 2000, παρουσιάζοντας κάμψη μόλις κατά 4% (2001: € 271.7 εκατ. (δρχ. 92.6 δισ.), 2000: € 283.0 εκατ. (δρχ. 96.4 δισ.)) παρά τη χρηματιστηριακή συγκυρία, η οποία επηρέασε αρνητικά τις σχετικές με την κεφαλαιαγορά προμήθειες. Συγκεκριμένα, εξαιρουμένων των προμηθειών αυτών, οι λοιπές προμήθειες παρουσιάζουν αύξηση κατά 9.6%, ενώ αυτές του Ομίλου 3.2%. Το ύψος των χορηγήσεων και των εταιρικών χρεογράφων της Τράπεζας αυξήθηκε σημαντικά και στο τέλος της χρήσης 2001 ανήλθε σε € 18 127 εκατ. (δρχ. 6 177 δισ.), καταγράφοντας ρυθμό αύξησης 16.5% σε ετήσια βάση. Τα αντίστοιχα μεγέθη σε επίπεδο Ομίλου διαμορφώθηκαν σε € 21 389.5 εκατ (δρχ. 7 288 δισ.), αυξημένα κατά 15.7%. Η ποιότητα του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας παραμένει υψηλή, με τις χορηγήσεις σε καθυστέρηση να αντιπροσωπεύουν μετά από προβλέψεις μόλις το 2.2% του συνολικού χαρτοφυλακίου χορηγήσεων (2000: 2.6%), ποσοστό που υπερκαλύπτεται από την ρευστοποιήσιμη αξία των σχετικών ασφαλειών. Παρά ταύτα η Τράπεζα συνεχίζει τη συντηρητική πολιτική προβλέψεων, γεγονός που καταγράφεται στο υψηλό ποσοστό κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από αντίστοιχες προβλέψεις το οποίο διαμορφώνεται σε 68.9% (2000: 64.8%). Τα αντίστοιχα μεγέθη για τον Όμιλο διαμορφώνονται σε 2.1% και 71.8% αντίστοιχα. Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζει ο τομέας της λιανικής τραπεζικής. Ειδικότερα, ο ρυθμός αύξησης των υπολοίπων των δανείων στεγαστικής πίστης, καταναλωτικής πίστης και πιστωτικών καρτών υπολογίζεται σε 29%. Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων κατά το 2001 σημείωσαν αύξηση 44.6% έναντι του 2000, οι δε εκταμιεύσεις νέων καταναλωτικών δανείων αυξήθηκαν κατά 42.5%. Επισημαίνεται ότι το σύνολο των υπολοίπων της λιανικής τραπεζικής, συμπεριλαμβανομένων και των χορηγήσεων προς επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις κύκλου εργασιών κάτω του € 1 εκατ., διαμορφώθηκε στο τέλος του 2001 σε € 7 δισ. Το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει το 43.4% του συνόλου των χορηγήσεων της Τράπεζας. Παρά τη συνεχιζόμενη διεύρυνση του χαρτοφυλακίου χορηγήσεων, η ισχυρή καταθετική βάση του Ομίλου διαμορφώνει τη σχέση χορηγήσεων προς καταθέσεις μόλις σε 40.7%, γεγονός που επιτρέπει την ομαλή περαιτέρω ανάπτυξη του Ομίλου και τον αποτελεσματικό έλεγχο του κόστους άντλησης κεφαλαίων. Το σύνολο των καταθέσεων, repos και κεφαλαίων υπό διαχείριση του Ομίλου ανήλθε την 31.12.2001 σε € 47 493 εκατ. (δρχ. 16 183 δισ.) Στη χρήση 2001 υπερδιπλασιάστηκε η συμβολή του διεθνούς δικτύου στην κερδοφορία του Ομίλου η οποία σε επίπεδο προ φόρων και μετά την αφαίρεση δικαιωμάτων μειοψηφίας υπολογίζεται σε 12.3%, παρουσιάζοντας αύξηση 101.6% σε απόλυτα μεγέθη (2001: € 86.1 εκατ. (δρχ. 29.3 δισ.), 2000: € 42.7 εκατ. (δρχ. 14.5 δισ.)). Η αύξηση των λειτουργικών δαπανών της Τράπεζας κατά το 2001 περιορίστηκε σε 5.5%. Αν μάλιστα ληφθούν υπόψη το μη επαναλαμβανόμενο κόστος της εισαγωγής του Ευρώ ο ρυθμός αύξησης περιορίζεται σε 4.3%, γεγονός που υπογραμμίζει τη συστηματική προσπάθεια συγκράτησης των δαπανών. Έτσι ο συντελεστής αποτελεσματικότητας (Efficiency Ratio) της Τράπεζας διαμορφώθηκε σε 56.6% έναντι 47.1% το 2000 παρά τη μείωση των χρηματοοικονομικών εσόδων. Ο αντίστοιχος συντελεστής του Ομίλου διαμορφώθηκε σε 60.4% το 2001 έναντι 49.9% το 2000. Η μετά από φόρους απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της Τράπεζας (After Tax Return on Average Equity) κατά το 2001 επηρεάστηκε από τη μείωση των χρηματοοικονομικών εσόδων και διαμορφώθηκε σε 19.4% (2000: 27.5%). Για τους ίδιους λόγους, η προ φόρων απόδοση του ενεργητικού της Τράπεζας (Return on Average Assets) διαμορφώθηκε σε 1.42% (2000: 2.15%). Η μετά από φόρους απόδοση των ιδίων κεφαλαίων του Ομίλου (After Tax Return on Average Equity) κατά το 2001, διαμορφώθηκε σε 18.7% (2000: 27.3%). Η προ φόρων και δικαιωμάτων μειοψηφίας απόδοση του ενεργητικού του Ομίλου (Return on Average Assets) ανήλθε κατά το 2001 σε 1.40% (2000: 2.23%). Με βάση την επιτευχθείσα κερδοφορία, η Διοίκηση της Τράπεζας προτίθεται να προτείνει στην Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων τη διανομή μερίσματος € 1.10 ανά μετοχή (δρχ. 374.83 ), έναντι αντιστοίχου μερίσματος της χρήσης 2000 ύψους € 1.09 (δρχ. 370) ανά μετοχή. Το συνολικό ως ανωτέρω προτεινόμενο για διανομή μερίσματος ποσό ανέρχεται σε € 250.9 εκατ. (δρχ. 85.5 δισ.) έναντι € 247.7 εκατ. (δρχ. 84.4 δισ.) του 2000. Με βάση την τιμή κλεισίματος της 25 Φεβρουαρίου 2002, το προτεινόμενο μέρισμα ισοδυναμεί με ετησιοποιημένη απόδοση 4.5%. Ο Όμιλος θα συνεχίσει να αξιοποιεί τα στοιχεία εκείνα που του εξασφάλισαν τις θεαματικές επιδόσεις της τελευταίας τριετίας. Αυτά περιλαμβάνουν τη συνέχιση της επέκτασης στη λιανική τραπεζική, στην επιχειρηματική πίστη της μικρής και μεσαίας Ελληνικής επιχείρησης και στη διαχείριση περιουσίας ιδιωτών, τη διεύρυνση της συμβολής του διεθνούς δικτύου και τη συστηματική συγκράτηση των δαπανών.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο