Η αποδοχή εκ μέρους των κοινωνικών εταίρων μιας μικρής αύξησης στις εργοδοτικές εισφορές, προκειμένου να προστατευθούν οι συντάξεις, αποτελεί μια νίκη της συναίνεσης αλλά και της κοινής λογικής, σε μια κρίσιμη περίοδο για τη χώρα.

Προφανώς, η αύξηση των εισφορών αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα για τις ελληνικές επιχειρήσεις που προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον, καμία αμφιβολία δεν πρέπει να υπάρχει για τούτο.

Ωστόσο οι επιχειρήσεις δεν λειτουργούν «εν κενώ». Είναι κι αυτές κομμάτι της κοινωνίας κι επηρεάζονται απ' όσα συμβαίνουν σε αυτή. Σε αυτό το πλαίσιο, η «θυσία» αυτή επιφέρει άλλα, έμμεσα, θετικά αποτελέσματα. Υποβοηθά τη χώρα να περάσει την κρίσιμη πρώτη αξιολόγηση, δείχνει στην κοινωνία ότι οι εργοδότες είναι πρόθυμοι να αναλάβουν μερίδιο βάρους και περιορίζει την αβεβαιότητα. Στα θετικά θα πρέπει να προσμετρηθεί και η υπόσχεση που πήραν για συνεργασία με την κυβέρνηση, προκειμένου να δοθούν κίνητρα για επενδύσεις και ανάπτυξη.

Συνηθίζουμε να λέμε ότι για να ορθοποδήσει η χώρα χρειάζεται να διορθωθούν τα κακώς κείμενα και να επιστρέψει ξανά η οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης. Ωστόσο, προκειμένου να συμβούν αυτά, χρειάζεται όχι μόνο στην «κορυφή» της κοινωνικής πυραμίδας (δηλαδή στην πολιτική) αλλά και στη βάση (δηλαδή σε εμάς τους πολίτες) να αλλάξουν ορισμένες εδραιωμένες στάσεις και συμπεριφορές.

Χρειάζεται για παράδειγμα λιγότερος φανατισμός και περισσότερος διάλογος επί της ουσίας. Δυστυχώς, τα χρόνια της κρίσης έχει συμβεί έως τώρα το ακριβώς αντίθετο. Ίσως γιατί τόσο οι πολιτικοί μας όσο και εμείς φαίνεται να χρειαζόμαστε διαχωριστικές γραμμές. Δεξιοί εναντίον αριστερών και τούμπαλιν, ιδιωτικός τομέας εναντίον δημόσιου, ευρωπαϊστές, αντιευρωπαϊστές -και πάει λέγοντας. Κι αυτό που συστηματικά χάνουμε, είναι η έννοια της συνεργασίας, της σύνθεσης των ιδεών, της συναίνεσης, έστω και στα βασικά, ώστε να μπορέσουμε να υιοθετήσουμε επιτέλους ένα σχέδιο για την ανάταξη όχι μόνο της οικονομίας αλλά συνολικά της χώρας μας, που παρουσιάζει σημεία αποσύνθεσης σε όλα τα επίπεδα.

Επί πέντε χρόνια, η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από την κρίση ενώ η πολιτική της τάξη αρνείται να αναλάβει την ευθύνη της δημιουργικής συναίνεσης, προτιμώντας τους αναίτιους φανατισμούς και διχασμούς, με επίκεντρο τα μνημόνια.

Η στάση αυτή, που προφανώς έχει αμιγώς κομματικά ελατήρια και αποσκοπεί στη διεκδίκηση της εξουσίας με κάθε τρόπο, ήταν διαχρονικά ιδιαίτερα επιζήμια. Διότι δεν επέτρεψε την εκπόνηση ενός συναινετικού «εθνικού σχεδίου» για την έξοδο από την κρίση, ενώ ταυτόχρονα πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) πολιτική «ομπρέλα» σε διαφόρων ειδών συμφέροντα, που δεν θέλουν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα της οικονομίας.

Επί δεκαετίες στην Ελλάδα, ένα από τα πιο καυτά θέματα «ιδεολογικής» και πολιτικής σύγκρουσης είναι αυτό των αποκρατικοποιήσεων. Σύγκρουσης με έντονα λαϊκιστικά στοιχεία καθώς τα κόμματα της εκάστοτε αντιπολίτευσης κατηγορούν στερεότυπα την εκάστοτε κυβέρνηση για «ξεπούλημα» της δημόσιας περιουσίας και το μόνο που αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου είναι το… ποιος είναι στον εξουσία.

Πολύ πιο ουσιαστικός -και γόνιμος- είναι ο διάλογος που γίνεται στη δημόσια ζωή χωρών του εξωτερικού, όπου κυριαρχούν συζητήσεις αναφορικά με τους τομείς στους οποίους χρειάζεται, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, να έχει το κράτος πρωτεύοντα ρόλο, σε ποιους τομείς μπορεί να αποχωρήσει, αλλά και σε ποιους τομείς μπορεί να έχει μεν την ιδιοκτησία, δεν χρειάζεται όμως να παίζει τον ρόλο του «μάνατζερ».

Η έλλειψη ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου είναι πλέον πανθομολογούμενη, κι όχι μόνον ανάμεσα στους ανθρώπους της αγοράς. Είναι δε αυτή η έλλειψη, ένας από τους βασικούς παράγοντες που η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση άγεται και φέρεται από τις επιταγές των μνημονίων, χωρίς τη δυνατότητα να παρουσιάσει «πειστικές» εναλλακτικές.

Διότι χωρίς ένα γενικότερο πλάνο, που να οδηγεί στοχευμένα στην ανάπτυξη, μέσω τομέων στους οποίους η χώρα παρουσιάζει συγκεκριμένα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, η διαπραγμάτευση μοιραία καταλήγει στη μακροχρόνια αδιέξοδη διαδικασία της ολοένα και πιο οδυνηρής «αφαίμαξης» του συρρικνούμενου ΑΕΠ, ώστε να καλυφθούν οι δημοσιονομικές ανάγκες. Και το μόνο που απομένει σε αυτές τις συνθήκες είναι η επιλογή εκείνης της κοινωνικής ομάδας ή εκείνης της δραστηριότητας, που θα πληρώσει τον εκάστοτε... μουντζούρη. Η ανακύκλωση δηλαδή της μιζέριας!

v
Απόρρητο