Οι αυτοκρατορίες σπανίως δέχονται την αποκαθήλωσή τους χωρίς ισχυρή αντίδραση. Και ποτέ όταν αυτό συμβαίνει προς όφελος ανταγωνιστών με τους οποίους δεν τις συνδέουν ιδεολογικές και πολιτικές συγγένειες, όπως συνέβη κατά την αλλαγή σκυτάλης μεταξύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ.
Αυτή η βασική αρχή του ρεαλισμού δείχνει, αργά αλλά σταθερά, να επιβεβαιώνεται και στις μέρες μας. Παραμένει όμως κρυμμένη πίσω από τα στοιχεία για τον πληθωρισμό και τις μεγάλες χρηματιστηριακές ανόδους, που δημιουργούν σε μεγάλο τμήμα του επιχειρηματικού και του πολιτικού κόσμου την αίσθηση ότι «όλα είναι -ακόμη- υπό έλεγχο».
Στο μεταξύ, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη κερδίζει έδαφος η άποψη ότι η απότομη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών μπορεί να λειτουργήσει ως αναπτυξιακός μοχλός.
Όσοι υιοθετούν αυτή την άποψη λησμονούν, μάλλον ηθελημένα, το τίμημα σε χρέη και ελλείμματα, κυρίως δε τον εκτοπισμό περισσότερο παραγωγικών ή κοινωνικών δαπανών, όπως επισημαίνει και πρόσφατη ανάλυση του ΔΝΤ.
Οι κινήσεις των πολιτικών ηγεσιών γενικότερα αντικατοπτρίζουν τα κατάλοιπα μιας αντίληψης κατά την οποία η κυριαρχία της Δύσης αποτελεί περίπου φυσική και εύλογη τάξη πραγμάτων. Άρα, οι τακτικές άλλων μεγάλων κρατών να εδραιώσουν τη θέση τους συνιστούν «σφετερισμό», που πρέπει πάση θυσία να αντιμετωπιστεί.
Βασικό πρόβλημα αυτής της αντίληψης όμως είναι ότι συστηματικά υποτιμά τους αντιπάλους και υπερτιμά τις φίλιες δυνατότητες, αντανακλώντας παλαιότερες ισορροπίες ισχύος, οι οποίες έχουν εκλείψει.
Κάτι που είναι πλέον φανερό τόσο στην Ουκρανία όσο και στον Περσικό Κόλπο. Εκεί άλλωστε βρίσκεται ένα βασικό κοινό σημείο των δύο πολέμων.
Πρόκειται για «περιπέτειες» που έχουν οδηγήσει την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, αντιστοίχως, σε λάκκους με κινούμενη άμμο. Στους οποίους η πιθανότητα να βουλιάξουν είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη να εξέλθουν αλώβητες και νικηφόρες.
Η διαρκής κλιμάκωση στην Ουκρανία
Ο πόλεμος στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου έχει δύο όψεις. Από τη μία, η ρωσική προέλαση στα μέτωπα συνεχίζεται, αργά αλλά σταθερά, εξαιτίας και της λειψανδρίας στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις, με αποτέλεσμα να τίθεται πλέον σε κίνδυνο η περίφημη οχυρωμένη ζώνη των τεσσάρων πόλεων στο Ντονέτσκ, εκ των οποίων η Κωνσταντινόβκα βρίσκεται ήδη σε ποσοστό 50%-70% στα χέρια των Ρώσων.
Η κατάσταση αυτή αποσιωπάται, ενώ προβάλλεται συστηματικά η άποψη ότι τα πλήγματα της Ουκρανίας με πυραύλους και drones στην Κριμαία, σε ενεργειακές υποδομές στα βάθη της Ρωσίας και στον σκιώδη στόλο της, αποτελούν «σημείο καμπής» του πολέμου υπέρ του αμυνόμενου.
Στην πραγματικότητα, τα πλήγματα αυτά, παρότι προκαλούν οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος, δεν φαίνονται ικανά να ανατρέψουν την τροχιά του πολέμου στα μέτωπα.
Επιπλέον, η τακτική αυτή δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς τη συνδρομή τεχνολογικών μέσων τρίτων χωρών, όπως οι δορυφορικές πληροφορίες, ενώ συνοδεύεται από τη μεταφορά εγκαταστάσεων παραγωγής πολεμικού υλικού από την Ουκρανία σε ευρωπαϊκές χώρες.
Ενισχύεται έτσι η θέση του Πούτιν ότι η Ρωσία δεν πολεμά πλέον μόνο την Ουκρανία αλλά το μεγαλύτερο μέρος του ΝΑΤΟ, αυξάνοντας παράλληλα την πίεση της πλέον σκληροπυρηνικής πτέρυγας, εντός και εκτός Κρεμλίνου, να αποκατασταθεί η ρωσική αποτρεπτική ισχύς.
Γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε στοχευμένα πλήγματα εκτός Ουκρανίας, ίσως με τρόπο που να υπενθυμίζει και την πυρηνική ισχύ της Ρωσίας, όπως προειδοποιεί το τελευταίο διάστημα ο διακεκριμένος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Τζον Μερσχάιμερ
Ο δεύτερος -και πιο επικίνδυνος- γύρος στον Περσικό
Η νέα αμερικανική κλιμάκωση εναντίον του Ιράν έχει επίσης ελάχιστες πιθανότητες να εξασφαλίσει, από μόνη της, την πολιτική συνθηκολόγηση της Τεχεράνης.
Όπως συμβαίνει και με τη Ρωσία, η υποτίμηση της σταθερότητας του καθεστώτος, της «υπαρξιακής» απειλής που θεωρεί ότι αντιμετωπίζει, αλλά και των δυνατοτήτων που διαθέτει, είναι συστηματική σχεδόν από την πρώτη ημέρα του πολέμου.
Σε σχέση όμως με τον πρώτο γύρο εχθροπραξιών, οι διαφορές είναι ήδη μεγάλες. Ο πληθωρισμός και το κόστος χρήματος έχουν δεχθεί νέα ανοδική πίεση, ενώ τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου και προϊόντων έχουν μειωθεί σημαντικά. Η απαγόρευση της Ρωσίας στις εξαγωγές ντίζελ, μαζί με τους περιορισμούς σε άλλα καύσιμα, έχει επιδεινώσει τις συνθήκες στην παγκόσμια αγορά, εκτοξεύοντας τις τιμές, ιδίως στο ντίζελ.
Σε περίπτωση που ο πόλεμος φουντώσει, προκαλώντας σημαντικές καταστροφές στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού, η ζημιά για την παγκόσμια οικονομία μπορεί να αποδειχθεί ανυπολόγιστη.
Εν ολίγοις, το δίλημμα που δημιούργησε στον εαυτό του ο πρόεδρος Τραμπ είναι πλέον ιδιαίτερα επικίνδυνο, όχι μόνο για την πολιτική αποτίμηση του ίδιου αλλά και για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Από τη μία, βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο μιας μεγαλύτερης γεωπολιτικής ήττας σε σχέση με τον πρώτο γύρο, με το Ιράν να εμφανίζεται ότι αποκτά de facto αποφασιστικό λόγο στη ροή μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Και από την άλλη, βρίσκεται αντιμέτωπος με την ολοένα αυξανόμενη πιθανότητα εμπλοκής σε έναν γενικευμένο πόλεμο άγνωστης διάρκειας, απέναντι σε μια χώρα 93 εκατομμυρίων ανθρώπων, που αποτελεί γεωγραφικά φυσικό φρούριο και έχει προετοιμαστεί επί δεκαετίες για ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο.
Κίνα: Ο παίκτης που ωφελείται χωρίς να ρισκάρει
Ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδοξο στον τρόπο αντίδρασης της Δύσης είναι η σπατάλη πόρων και πολιτικού κεφαλαίου απέναντι σε δύο περιφερειακούς αντιπάλους, όταν, γεωστρατηγικά, ο μεγάλος ανταγωνιστής από κάθε άποψη μεγέθους -οικονομικού, τεχνολογικού και στρατιωτικού- είναι η Κίνα.
Η στάση της τα τελευταία χρόνια θυμίζει την περίφημη ρήση του Κινέζου στρατηγού και θεωρητικού του πολέμου Σουν Τσου: «Το να νικάς σε κάθε μάχη δεν είναι η ύψιστη υπεροχή· ύψιστη υπεροχή είναι να κάμπτεις την αντίσταση του εχθρού χωρίς να πολεμήσεις».
Η Κίνα στηρίζει οικονομικά και τεχνολογικά τη Ρωσία, χωρίς να εισέρχεται επισήμως στον πόλεμο, ενώ καρπώνεται τα οφέλη από την αποχώρηση δυτικών επιχειρήσεων από τη ρωσική αγορά και από την ανακατεύθυνση προς την Κίνα μεγάλου μέρους των ρωσικών ενεργειακών ροών.
Στον Περσικό κινήθηκε προσεκτικά στο διπλωματικό παρασκήνιο, διατηρώντας ανοικτούς διαύλους με όλες τις πλευρές, ενώ παράλληλα εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης τιμών στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, μέσω των μεγάλων αποθεμάτων που διαθέτει και της αυξομείωσης των εισαγωγών της.
Ταυτόχρονα, βλέπει τους ανταγωνιστές της να εξαντλούν πολεμικά αποθέματα και να στρεσάρουν τις οικονομικές τους δυνατότητες, ενώ η ίδια κερδίζει έδαφος στην Ασία, εκμεταλλευόμενη τα κενά, και προετοιμάζει συστηματικά τις άμυνές της για το ενδεχόμενο μιας οικονομικής ή άλλης σύγκρουσης.
Η ισχυροποίηση της Κίνας δεν περνά, βεβαίως, απαρατήρητη από τις πρωτεύουσες της Δύσης. Γι’ αυτό και πληθαίνουν οι φωνές για πολύ βαθύτερη οικονομική αποσύνδεση, η οποία θα αναιρούσε μεγάλο μέρος της προηγούμενης «παγκοσμιοποίησης».
Εάν η τάση αυτή εξελιχθεί σε γενικευμένο οικονομικό πόλεμο, παρά την κινεζική «μέγγενη» σε κρίσιμα υλικά, όπως οι σπάνιες γαίες, οι μαγνήτες και οι φαρμακευτικές δραστικές ουσίες, τότε θα έχουμε περάσει σε νέα φάση.
Με τα ήδη υπάρχοντα μέτωπα ανοικτά, θα βρεθούμε σε μια παγκόσμια σύγκρουση νέου τύπου -λόγω και της πληθώρας πυρηνικών όπλων που διαθέτουν όλες οι πλευρές-, αλλά με συνέπειες που μπορεί να αποδειχθούν εξίσου ολέθριες με εκείνες των παγκόσμιων πολέμων του παρελθόντος.
Ιδίως οικονομικά.