Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Οικογένεια: Η μάχη των αντιλήψεων και ο χρυσός αριθμός «2»

Οικογένεια: Η μάχη των αντιλήψεων και ο χρυσός αριθμός «2»
Εικόνα με χρήση τεχνητής νοημοσύνης (AI generated image)

Στο δημογραφικό, οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Το 2015 γεννήθηκαν στην Ελλάδα σχεδόν 92.000 παιδιά. Μία δεκαετία αργότερα, το 2025, μόλις 65.594, με ποσοστό μείωσης που πλησιάζει το 30%.

Επιπλέον, μόνο την τελευταία πενταετία, οι γεννήσεις έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 22%, ενώ ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από 2,38 παιδιά ανά γυναίκα το 1974 σε μόλις 1,24 το 2024.

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό, ούτε αποκλειστικά κοινωνικό. Όπως επισήμανε στην πρόσφατη ημερίδα της Media2Day ο πρόεδρος της Eurobank Γιώργος Ζανιάς, σήμερα σε κάθε 100 ανθρώπους παραγωγικής ηλικίας αντιστοιχούν περίπου 42 άτομα άνω των 65 ετών.

Σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, τις οποίες παρέθεσε, οι 42 θα έχουν γίνει περισσότεροι από 70, ενώ ο πληθυσμός ηλικίας 20-64 ετών εκτιμάται ότι θα έχει συρρικνωθεί κατά περισσότερο από 30%.

Αυτές οι αλλαγές θα έχουν ως συνέπεια τη δραστική μείωση του εργατικού δυναμικού, την αύξηση της πίεσης στο ασφαλιστικό σύστημα και στο σύστημα υγείας, όπως και την όξυνση των προβλημάτων στην ελληνική περιφέρεια.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο περιφερειάρχης Αττικής Νίκος Χαρδαλιάς, στην ίδια εκδήλωση, πολύ σωστά χαρακτήρισε την αντιμετώπιση του δημογραφικού «πατριωτικό ζήτημα», σημειώνοντας ότι απαιτείται «γενναιότητα στις αποφάσεις, στα μέτρα και στις πολιτικές».

Τα κυβερνητικά μέτρα και οι δύο «σχολές»

Αντιλαμβανόμενη το μέγεθος του προβλήματος, τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση έχει ενισχύσει σημαντικά την πολιτική στήριξης της οικογένειας.

Το επίδομα γέννησης αυξήθηκε για κάθε παιδί και πλαισιώθηκε από νέες παροχές, ενίσχυση υποδομών και υπηρεσιών και νέα φορολογικά μέτρα, στο πλαίσιο ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για το Δημογραφικό, που προβλέπει περισσότερες από 100 δράσεις έως το 2035.

Όλα αυτά είναι αναγκαία. Δεν φαίνεται όμως να επαρκούν.

Μεταξύ των ειδικών, αλλά και των πολιτικών, έχουμε διαπιστώσει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές «σχολές».

Η πρώτη αντιμετωπίζει την υπογεννητικότητα ως ένα εξαιρετικά δύσκολα αναστρέψιμο φαινόμενο της σύγχρονης εποχής και δίνει το κύριο βάρος σε όσα μπορεί να κάνει το κράτος για να μειώσει, με υλικούς τρόπους, τα εμπόδια στην απόκτηση παιδιών.

Ουδείς αμφιβάλλει ότι ένα νέο ζευγάρι που δυσκολεύεται να νοικιάσει αξιοπρεπές σπίτι ή να οργανώσει τη φύλαξη ενός παιδιού θα το σκεφτεί πολύ πριν κάνει το μεγάλο βήμα, πολύ δε περισσότερο πριν προχωρήσει σε ένα δεύτερο.

Η δεύτερη σχολή όμως προσθέτει μια ακόμη, πολύ σημαντική διάσταση, που αφορά τις αντιλήψεις.

Ας αφήσουμε λίγο απέξω τα τρία ή περισσότερα παιδιά κι ας επικεντρωθούμε στο κρίσιμο βήμα από το πρώτο στο δεύτερο παιδί, διότι αυτή η απόφαση στις μέρες μας δεν μοιάζει πολύ με τη μετάβαση από το κανένα στο ένα.

Με το πρώτο παιδί έχει ήδη δημιουργηθεί, με τη συνήθη έννοια, αυτό που αποκαλούμε «οικογένεια με παιδιά». Το δεύτερο, απαιτεί πρόσθετο οικονομικό κόστος, περισσότερο χώρο, περισσότερη οργάνωση και νέα επιβάρυνση της επαγγελματικής ζωής.

Εκεί όμως παρεμβάλλονται και οι αντιλήψεις. Πότε θεωρούμε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνουμε παιδιά, πόσα παιδιά θεωρούμε «φυσιολογική» οικογένεια και πόσο χώρο είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε στην οικογένεια μέσα στις υπόλοιπες επιδιώξεις της ζωής μας.

Ο παράγοντας χρόνος είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθότι η ηλικία απόκτησης πρώτου παιδιού στην Ελλάδα έχει αυξηθεί εντυπωσιακά και βρίσκεται πλέον γύρω στα 31 χρόνια.

Όσο αργότερα όμως έρχεται το πρώτο παιδί, τόσο μικραίνει, για βιολογικούς αλλά και πρακτικούς λόγους, το χρονικό περιθώριο για το δεύτερο.

«Αυτά επιβάλλουν οι απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής, οι επαγγελματικές φιλοδοξίες και η αυξανόμενη έμφαση στην ατομική πορεία», θα πουν αρκετοί. «Στο κάτω κάτω, τι να κάνουμε, να γυρίσουμε τις γυναίκες στο σπίτι»;

Η φωτεινή εξαίρεση του Ισραήλ

Υπάρχει όμως, γεωγραφικά πολύ κοντά μας, μια χώρα με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά (μικρός πληθυσμός, ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί, εξωτερικές απειλές), η οποία επί δεκαετίες αποφεύγει το πρόβλημα που απέκτησε η υπόλοιπη ανεπτυγμένη Δύση. Το Ισραήλ.

Και δεν μιλάμε εδώ για τους υπερορθόδοξους ή τους μουσουλμάνους, αλλά για τις κοσμικές, μορφωμένες και εργαζόμενες Εβραίες γυναίκες, που κατάφεραν κάτι σχεδόν μοναδικό μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών.

Να σπουδάζουν περισσότερο, να συμμετέχουν μαζικά στην αγορά εργασίας, να αποκτούν το πρώτο παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία απ' ό,τι παλαιότερα και ταυτόχρονα να διατηρούν τη γονιμότητά τους πάνω από τα δύο παιδιά ανά γυναίκα.

Γιατί συνέβη αυτό; Διότι ζουν σε μια κοινωνία όπου η εργασία και η μητρότητα δεν θεωρήθηκαν αντίθετες επιλογές, όπου η βοήθεια της ευρύτερης οικογένειας παραμένει ισχυρή και όπου τα παιδιά είναι περισσότερο ενταγμένα στην καθημερινή κοινωνική ζωή.

Κι έτσι τα δύο ή τρία παιδιά παρέμειναν φυσιολογική προσδοκία, κι όχι εξαίρεση.

Το Ισραήλ διαθέτει βεβαίως σημαντικές κρατικές παροχές, παιδική φροντίδα και ένα εξαιρετικά υποστηρικτικό σύστημα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Δεν διαθέτει όμως το γενναιότερο κοινωνικό κράτος του ΟΟΣΑ. Υπάρχουν ανεπτυγμένες χώρες που προσφέρουν τα ίδια, ίσως και περισσότερα.

Η μεγάλη διαφορά είναι ότι οι υλικές πολιτικές του Ισραήλ «κούμπωσαν» πάνω σε μια κοινωνία που εξακολουθούσε να θέλει περισσότερα παιδιά και αναγνώριζε πλήρως τη σημασία της οικογένειας.

Ο «χρυσός» αριθμός για την Ελλάδα

Τα περί αντίληψης ασφαλώς δεν αφορούν μόνο τις γυναίκες. Διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι όσο περισσότερο συμμετέχει ο πατέρας στις δουλειές του σπιτιού και στη φροντίδα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες μιας εργαζόμενης μητέρας να αποκτήσει δεύτερο παιδί.

Για τη σημερινή Ελλάδα λοιπόν, όπου ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει στο 1,24, ο «χρυσός αριθμός» είναι τα δύο παιδιά, χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά ότι δεν απαιτείται συστηματική στήριξη σε όσους επιθυμούν τρία ή περισσότερα.

Η κρίσιμη απόσταση ανάμεσα στο ένα και στα δύο παιδιά, μειώνεται με φθηνότερη στέγη,  καλύτερα εισοδήματα, παιδική φροντίδα, συμφιλίωση εργασίας και οικογένειας, με συστηματική ενημέρωση για τη γονιμότητα, όπως και με την πλήρη υποστήριξη όσων αντιμετωπίζουν ιατρικά προβλήματα.

Συνδέεται όμως και με κοινωνικές αντιλήψεις και συνήθειες που κάνουν ευκολότερη, όχι μόνο υλικά και πρακτικά αλλά και ως αντίληψη ζωής, τη μετάβαση από το ένα παιδί στα δύο.

Οι αντιλήψεις δεν αλλάζουν με κηρύγματα. Επηρεάζονται όταν οι χώροι εργασίας δεν αντιμετωπίζουν τη μητρότητα ως μειονέκτημα, όταν ο πατέρας αναλαμβάνει πραγματικό μερίδιο της οικογενειακής ζωής, κι όταν τα πολλά παιδιά δεν αντιμετωπίζονται κοινωνικά ως κάτι ασυνήθιστο ή υπερβολικό, αλλά ως παράδειγμα μιας ισορροπημένης και «γεμάτης» ζωής.

Σε μια χώρα που κινδυνεύει να παγιώσει ως νέο φυσιολογικό το «κανένα ή ένα» παιδί, αυτή ίσως να είναι η σημαντικότερη μάχη της επόμενης δεκαετίας.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο