Η Ελλάδα επιτυγχάνει σχετικά ικανοποιητικές επιδόσεις στο ποσοστό ολοκλήρωσης οροσήμων/στόχων των για το σύνολο των πυλώνων του Ταμείου Ανάκαμψης, ένα σύνολο το οποίο είναι πολύ κοντά σε αυτό του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο στους επιμέρους πυλώνες η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη.
Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η Eurobank στο τελευταίο της οικονομικό δελτίο «Επτά Ημέρες Οικονομία», το οποίο επικαλείται τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Βάσει αυτών (7/1/2026), η Ελλάδα έχει εκπληρώσει συνολικά 178 εκ των 382,4 δηλαδή το 46,6%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για το μέσο όρο (μ.ο.) της Ε.Ε. διαμορφώνεται σε 48,8% και κατατάσσεται στην 17η θέση.
Στους πυλώνες «Πράσινη μετάβαση» και «Έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη», το ποσοστό ολοκλήρωσης οροσήμων/στόχων της Ελλάδας είναι υψηλότερο συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ ενώ στον δεύτερο πυλώνα έχει ποσοστό ολοκλήρωσης άνω του 50% και στον πυλώνα «Ψηφιακός μετασχηματισμός» το ποσοστό ολοκλήρωσης είναι κοντά στο μ.ο. της ΕΕ. Παράλληλα, στον πυλώνα «Υγεία και οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα» αν και το ποσοστό της Ελλάδας είναι χαμηλότερο από αυτό του μ.ο. της ΕΕ δεν υπολείπεται σημαντικά. Αντίθετα, στους πυλώνες «Κοινωνική και εδαφική συνοχή» και «Πολιτικές για την επόμενη γενιά» το σχετικό ποσοστό της Ελλάδας είναι αρκετά χαμηλότερο.
Αναφορικά με τις εκταμιεύσεις πόρων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς την Ελλάδα την περίοδο 2020-2024 η Ελλάδα έχει καλύτερες επιδόσεις στην εκταμίευση δανειακών πόρων συγκριτικά με το μ.ο. ΕΕ αφού τόσο το ετήσιο ποσοστό όσο και το σωρευτικό ποσοστό εκταμιεύσεων δανείων προς το σύνολο των διαθέσιμων δανειακών πόρων είναι υψηλότερο. Στο σκέλος των επιχορηγήσεων αν και η καμπύλη που δείχνει την εξέλιξη του σωρευτικού ποσού εκταμιεύσεων της Ελλάδας συμπίπτει στο μεγαλύτερο μέρος της με την αντίστοιχη της ΕΕ, το έτος 2024 οι δύο καμπύλες αποκλίνουν.
Σχετικά με τη χρήση των πόρων του ΤΑΑ, η Ελλάδα επιτυγχάνει οριακά καλύτερη επίδοση συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ στο ποσοστό χρήσης δανειακών πόρων ενώ στο σκέλος των επιχορηγήσεων επιτυγχάνει σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό χρήσης. Ωστόσο η εικόνα αυτή διαφοροποιείται αν ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των ετήσιων ποσοστών εκταμίευσης δανείων και επιχορηγήσεων ως προς το σύνολο των αντίστοιχων διαθέσιμων πόρων. Και στα δύο σκέλη η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά τα ποσοστά της τα οποία είναι υψηλότερα από τα αντίστοιχα του μ.ο. της ΕΕ τη διετία 2023-2024 (το 2024 στην περίπτωση των επιχορηγήσεων και από το 2023 στην περίπτωση των δανείων).
Η Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ είναι αναλογικά ο μεγαλύτερος δικαιούχος πόρων από το ΤΑΑ, καθώς αυτοί αντιστοιχούν στο 16% του ΑΕΠ της το έτος 2023 (ΕΕ: 3,7%), και ανέρχονται σε €35,95 δις, εκ των οποίων €18,22 δις επιχορηγήσεις και €17,73 δις δάνεια. Η παραπάνω εικόνα δεν διαφοροποιείται, τόσο στην περίπτωση των επιχορηγήσεων (Ελλάδα: 8,1% του ΑΕΠ, μέσος όρος ΕΕ: 2,1%) όσο και των δανείων (Ελλάδα: 7,9% του ΑΕΠ, μέσος όρος ΕΕ: 1,6%). Σχετικά με τις εκταμιεύσεις, είχαν εκταμιευθεί προς την Ελλάδα συνολικά €23,44 δις, δηλαδή το 65,1% των συνολικών πόρων, εκ των οποίων €12,04 δις αφορούσαν επιχορηγήσεις (το 66,1% του συνολικού ποσού αυτών) και €11,4 δις δάνεια (το 64,1% του συνολικού ποσού αυτών), κατατάσσοντας την Ελλάδα στην 9η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ (61,8%).
Σημειώνεται ότι στο τέλος του 2023 τόσο στις εκταμιεύσεις πόρων (ως ποσοστό των συνολικών πόρων) όσο και στο ποσοστό εκπλήρωσης οροσήμων/στόχων η Ελλάδα καταλάμβανε υψηλότερες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών (5η και 11η αντίστοιχα) στις σχετικές κατατάξεις. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι τα εναπομείναντα ορόσημα/στόχοι είναι πιο απαιτητικά καθώς αφορούν περισσότερο την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων (π.χ. ολοκλήρωση μεγάλων έργων υποδομής, πλήρης ολοκλήρωση κτηματολογίου, εγκατάσταση δυναμικότητας παραγωγής ανανεώσιμου υδρογόνου) έναντι προκηρύξεων διαγωνισμών, έναρξης δράσεων, ψήφισης νόμων κ.λπ. που απαιτούσαν τα προγενέστερα ορόσημα/στόχοι.
Στους επιμέρους πυλώνες, η Ελλάδα βρίσκεται σε υψηλότερη θέση συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ σε 2 από τους 6, δηλαδή στους πυλώνες «Έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» (11η στην κατάταξη με ποσοστό 55,9% έναντι 49% ο μ.ο. της ΕΕ) και «Πράσινη μετάβαση» (12η με ποσοστό 48,2% έναντι 43,4% ο μ.ο. της ΕΕ). Αντίθετα, παρουσιάζει χαμηλότερο ποσοστό ολοκλήρωσης οροσήμων/στόχων συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ-27 στους πυλώνες «Ψηφιακός μετασχηματισμός» (19η με ποσοστό 40,5% έναντι 44,2%), «Κοινωνική και εδαφική συνοχή» (21η με ποσοστό 38,1% έναντι 45,1%), «Υγεία και οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα» (22η στην κατάταξη με ποσοστό 47,4% έναντι 53,5%) και «Πολιτικές για την επόμενη γενιά» (24η με ποσοστό 22,2% έναντι 46,9%). Τόσο στο σύνολο των πυλώνων όσο και σε κάθε πυλώνα χωριστά οι χώρες που συνήθως καταλαμβάνουν μία από τις πρώτες 6 θέσεις στο ποσοστό εκπλήρωσης οροσήμων/στόχων είναι οι ακόλουθες: Αυστρία, Γαλλία, Δανία, Ιταλία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο.
Εξάλλου η Ελλάδα –όπως και αρκετές χώρες της ΕΕ– στους πυλώνες εν συνόλω αλλά και σε 5 από τους 6 επιμέρους πυλώνες έχει εκπληρώσει λιγότερα από τα μισά ορόσημα/στόχους. Στον πυλώνα «Έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» έχει εκπληρώσει πάνω από το 50% των ορόσημων/στόχων (55,9%) ενώ στους πυλώνες «Πράσινη μετάβαση» και «Υγεία και οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα» το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται κοντά στο 50% (48,2% και 47,4%, αντίστοιχα).
Οι συχνότερες αιτίες για τις καθυστερήσεις στην εκπλήρωση οροσήμων/στόχων και κατά συνέπεια στην απορρόφηση των πόρων του ΤΑΑ τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι μεταξύ άλλων οι μεταβολές στις εξωτερικές συνθήκες (π.χ. αύξηση του πληθωρισμού και ελλείψεις εφοδιασμού, αλλαγές στις πολιτικές συνθήκες στο κράτος μέλος όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις), η υποεκτίμηση του χρόνου που απαιτείται για την υλοποίησή τους (λόγω των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις), ζητήματα που σχετίζονται με τη διοικητική ικανότητα και την πολυπλοκότητα των κανόνων σε εθνικό επίπεδο κ.ά.6 Σημειώνεται ότι στο σύνολο των πυλώνων, 14 από τις 27 χώρες (Γαλλία, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Ιταλία, Ιρλανδία, Δανία, Μάλτα, Κροατία, Εσθονία, Τσεχία, Γερμανία, Σουηδία, Πορτογαλία, Σλοβενία) έχουν ολοκληρώσει πάνω από το 50% των οροσήμων/στόχων.
Επιπλέον, στους πυλώνες «Πράσινη μετάβαση», «Κοινωνική και εδαφική συνοχή» και «Πολιτικές για την επόμενη γενιά» μόλις 10, 12 και 12 χώρες αντίστοιχα έχουν ποσοστό εκπλήρωσης οροσήμων/στόχων άνω του 50%. Καλύτερη είναι η εικόνα στους πυλώνες «Ψηφιακός μετασχηματισμός» και «Έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» όπου 14 και 15 χώρες αντίστοιχα έχουν ποσοστό εκπλήρωσης στόχων/οροσήμων άνω του 50%. Τέλος, στον πυλώνα «Υγεία, οικονομική, κοινωνική, θεσμική ανθεκτικότητα» παρουσιάζεται ο μεγαλύτερος αριθμός χωρών (20 από τις 27)12 που έχουν εκπληρώσει πάνω από τα μισά ορόσημα/στόχους.
Πορεία υλοποίησης την περίοδο 2021-2024
Συνεχίζοντας με την πορεία υλοποίησης του ΤΑΑ η ανάλυση που ακολουθεί αφορά: i) τις εκταμιεύσεις πόρων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς την Ελλάδα και ii) τη χρήση αυτών των πόρων από την Ελλάδα, δηλαδή τις εκταμιεύσεις προς τους δικαιούχους. Ξεκινώντας από τις εκταμιεύσεις πόρων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς την Ελλάδα προκύπτει ότι στο σκέλος των δανείων σωρευτικά την υπό εξέταση περίοδο είχαν εκταμιευθεί €9,62 δις ή το 54,3% των συνολικών πόρων που έχουν εγκριθεί προς την Ελλάδα (€17,73 δις). Στο σκέλος των επιχορηγήσεων είχαν εκταμιευθεί €8,59 δις ή το 47,2% των συνολικών πόρων (€18,22 δις). Επισημαίνεται πως με εξαίρεση το 2021 οι εκταμιεύσεις δανείων είναι υψηλότερες από τις εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων.
Συγκριτικά με την ΕΕ η Ελλάδα έχει καλύτερες επιδόσεις στην εκταμίευση δανειακών πόρων. Το ετήσιο ποσοστό εκταμιεύσεων δανείων αλλά και το σωρευτικό τους ποσοστό την περίοδο 2021-2024 είναι υψηλότερο στην Ελλάδα συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ με το τελευταίο να διαμορφώνεται σε 54,3% (μ.ο. ΕΕ: 37,4%) το 2024. Στο σκέλος των επιχορηγήσεων η καμπύλη που δείχνει την εξέλιξη του σωρευτικού ποσού εκταμιεύσεων της Ελλάδας συμπίπτει στο μεγαλύτερο μέρος της με την αντίστοιχη του μ.ο. της ΕΕ αν και το έτος 2024 οι δύο καμπύλες αποκλίνουν (ΕΕ-27: 54,9%, Ελλάδα: 47,2%).

Συνεχίζοντας με τη χρήση των πόρων του ΤΑΑ από την Ελλάδα και τα κράτη μέλη της ΕΕ-27, προκύπτει κα- ταρχάς ότι στο σύνολο της ΕΕ-27 από τα €650 δις είχαν χρησιμοποιηθεί €208,2 δις δηλαδή το 32,0% των συνολικών πόρων. Από το συνολικό ποσό των επιχορηγήσεων ύψους €359 δις είχαν χρησιμοποιηθεί €166,9 δις (46,4% των εγκεκριμένων πόρων) και από το συνολικό ποσό των δανείων ύψους €291 δις είχαν χρησιμο- ποιηθεί €41,4 δις (14,2%) αντίστοιχα (Διάγραμμα 5). Στην Ελλάδα από τα €36,0 δις των εγκεκριμένων πόρων την περίοδο 2020-2024 είχαν χρησιμοποιηθεί τα €7,75 δις δηλαδή το 21,6%. Στο σκέλος των δανείων είχε κατευθυνθεί προς τους τελικούς δικαιούχους το 14,9% των εγκεκριμένων πόρων (€2,64 δις από τα €17,7 δις – 5η θέση ανάμεσα στις συνολικά 11 χώρες που έχουν χρησιμοποιήσει πόρους από το σκέλος των δανείων) και στο σκέλος των επιχορηγήσεων το 28,0% των διαθέσιμων πόρων (€5,1 δις από τα €18,2 δις – 19η θέση ανάμεσα στις 27 χώρες που έχουν χρησιμοποιήσει πόρους από το σκέλος των επιχορηγήσεων). Κατά συνέπεια, η Ελλάδα επιτυγχάνει οριακά καλύτερη επίδοση συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ-27 στο ποσοστό χρήσης δανειακών πόρων (14,9% έναντι 14,2%) αλλά στο σκέλος των επιχορηγήσεων επιτυγχάνει σημαντικά χαμηλό- τερο ποσοστό χρήσης (28,0% έναντι 46,4%).

Η εικόνα διαφοροποιείται αν ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των ετήσιων ποσοστών χρήσης δανείων και επιχορηγήσεων ως προς το σύνολο των αντίστοιχων διαθέσιμων πόρων. Σε αυτή την περίπτωση τόσο στο σκέλος των δανείων όσο και των επιχορηγήσεων η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά το ποσοστό της το οποίο την τελευταία διετία είναι υψηλότερο από αυτό του μ.ο. της ΕΕ (το 2024 στην περίπτωση των επιχορηγήσεων και από το 2023 στην περίπτωση των δανείων).

Σχετικά με την κατανομή των πόρων που έχουν χρησιμοποιηθεί από το ΤΑΑ ανά κατηγορία δαπάνης, η Eurostat ορίζει ότι η χρήση των πόρων είναι το άθροισμα των δαπανών (expenditure) και άλλων στοιχείων κόστους που δεν καταγράφονται ως έξοδα (other costs not recorded as expenditure), δηλαδή στοιχείων κόστους που δεν λογίζονται ως δαπάνες στις στατιστικές των δημόσιων οικονομικών, όπως η απόκτηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (π.χ. παροχή δανείων, εισφορές μετοχικού κεφαλαίου).13 Οι δαπάνες με τη σειρά τους είναι το άθροισμα των κεφαλαιουχικών δαπανών (capital expenditure) και των τρεχουσών δαπανών (current expenditure).
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες προκύπτουν από το άθροισμα του Ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου (Gross fixed capital formation), των κεφαλαιακών μεταβιβάσεων (capital transfers) και των λοιπών κεφαλαιουχικών δαπανών (other capital expenditure). Ο Ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου περιλαμβάνει τις άμεσες επενδύσεις που πραγματοποιούνται από τον δημόσιο τομέα (government sector) ενώ οι κεφαλαιακές μεταβιβάσεις καλύπτουν κυρίως επενδυτικές επιχορηγήσεις (investments grants), οι οποίες καταβάλλονται από την κυβέρνηση στις μονάδες (units) που ταξινομούνται εκτός κυβερνήσεως, για τη χρηματοδότηση των επενδύσεών τους. 14 Οι τρέχουσες δαπάνες αντιστοιχούν σε έξοδα που σχετίζονται με την παραγωγή (αμοιβές εργαζομένων και ενδιάμεση ανάλωση), το πληρωτέο εισόδημα περιουσίας (το οποίο είναι κυρίως τόκοι) και τις μεταβιβάσεις (π.χ. κοινωνικά επιδόματα και διάφορες άλλες τρέχουσες μεταβιβάσεις).
Με βάση τα παραπάνω, στο σύνολο της ΕΕ και στο σκέλος των επιχορηγήσεων από τα €166,9 δις που έχουν χρησιμοποιηθεί, το 50,2% (€83,8 δις) αφορά σε κεφαλαιακές μεταβιβάσεις (capital transfers), το 20,8% (€34,7 δις) κατευθύνθηκε σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (gross fixed capital formation), το 28% (€46,7 δις) σχετίζεται με τρέχουσες δαπάνες (current expenditure) και το υπόλοιπο 1,0% (€1,7 δις) αφορά λοιπά κόστη. Στην Ελλάδα το 82,9% (€4,23 δις) αφορά κεφαλαιακές μεταβιβάσεις, το 11,8% (€604 εκατ.) τρέχουσες δαπάνες και το υπόλοιπο 5,2% (€267 εκατ.) επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (Διάγραμμα 7). Επομένως στην Ελλάδα το 88,2% των πόρων του ΤΑΑ που αφορούν επιχορηγήσεις κατευθύνεται σε κεφαλαιουχικές δαπάνες και είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο της ΕΕ-27 (71,0%) και το τρίτο υψηλότερο μεταξύ των χωρών-μελών της.
Στο σκέλος των δανείων, στο σύνολο της ΕΕ το 62,6% (€25,9 δις) αφορά επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, το 18,1% (€7,5 δις) κεφαλαιακές μεταβιβάσεις, το 12,4% (€5,1 δις) άλλα κόστη και το υπόλοιπο 6,9% (€2,9 δις) τρέχουσες δαπάνες. Στην Ελλάδα η συντριπτική πλειοψηφία των πόρων (96,4% ή €2,55 δις) κατευθύνθηκε σε άλλα στοιχεία κόστους που δεν καταγράφονται ως έξοδα, δηλαδή στοιχείων κόστους που δεν λογίζονται ως δαπάνες όπως η απόκτηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (π.χ. παροχή δανείων, εισφορές μετοχικού κεφαλαίου) και προφανώς αφορά την παροχή δανείων του ΤΑΑ μέσω του τραπεζικού συστήματος. Το υπόλοιπο 3,6% αφορά τρέχουσες δαπάνες