Χρονιά μαζικής αποχώρησης από την Ελλάδα και εξόδου από την εγχώρια αγορά εργασίας ήταν για τους μετανάστες το 2025, όπως καταδεικνύει μελέτη του ΚΕΠΕ που δημοσιεύθηκε στην τελευταία 4μηνιαία έκδοση.
Στην έκθεση, αποτυπώνεται με σαφήνεια ότι το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού δεν συνδέεται μόνο με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά και με τη σταδιακή αποχώρηση εκείνων που θα μπορούσαν να τις στελεχώσουν.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Στο τέλος του 2025, οι κενές θέσεις εργασίας στην ελληνική οικονομία ξεπέρασαν τις 31.000. Οι μεγαλύτερες ελλείψεις εντοπίζονται στην Εκπαίδευση, με περίπου 6.870 κενές θέσεις, ακολουθούν η Υγεία και η κοινωνική μέριμνα, η Μεταποίηση και το χονδρικό και λιανικό εμπόριο.
Σε ετήσια βάση, οι κενές θέσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 2.700, εξέλιξη που σύμφωνα με το ΚΕΠΕ ενδέχεται να σηματοδοτεί αντιστροφή της πτωτικής τάσης που είχε προηγηθεί μέσα στο 2025.
Την ίδια στιγμή, όμως, η δεξαμενή των διαθέσιμων εργαζομένων περιορίζεται. Ο συνολικός πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 12.700 άτομα μέσα σε έναν χρόνο, εξέλιξη που οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μαζική αποχώρηση αλλοδαπών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού που επεξεργάστηκε το ΚΕΠΕ, ο αριθμός των αλλοδαπών που ζουν στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 140.500 άτομα ή 51,4% μέσα σε μόλις έναν χρόνο, με τη μείωση να είναι εντονότερη στις γυναίκες (-55,3%) και ελαφρώς μικρότερη στους άνδρες (-46,5%).
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με το παρελθόν. Το 2008, πριν από την οικονομική κρίση, οι αλλοδαποί αντιστοιχούσαν στο 6% του πληθυσμού, στο 8,2% του εργατικού δυναμικού και στο ίδιο ποσοστό των απασχολουμένων. Σήμερα τα αντίστοιχα ποσοστά έχουν περιοριστεί στο 2,2%, 2,9% και 2,8%, ενώ ο συνολικός αριθμός των αλλοδαπών έχει μειωθεί περισσότερο από 65%.
Η αποχώρηση αυτή αποτυπώνεται άμεσα και στην αγορά εργασίας. Το εργατικό δυναμικό των αλλοδαπών μειώθηκε κατά 74.400 άτομα μέσα σε έναν χρόνο, φτάνοντας μόλις τις 97.500, ενώ οι νόμιμα απασχολούμενοι αλλοδαποί μειώθηκαν κατά 53.000 ή 37,1%.
Αντίθετα, η αύξηση της συνολικής απασχόλησης κατά 73.700 άτομα οφείλεται αποκλειστικά στους ημεδαπούς εργαζόμενους, οι οποίοι αυξήθηκαν κατά 126.600 άτομα. Με άλλα λόγια, η ενίσχυση της απασχόλησης κατά τον τελευταίο χρόνο, οφείλεται αποκλειστικά στους Έλληνες εργαζόμενους, καθώς εάν δεν υπήρχε η αύξηση της απασχόλησης των ημεδαπών, η αγορά εργασίας θα εμφάνιζε συνολική υποχώρηση.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στο εργατικό δυναμικό. Παρότι αυτό αυξήθηκε κατά 19.500 άτομα, η ενίσχυση προήλθε αποκλειστικά από την αύξηση της συμμετοχής των ημεδαπών στην αγορά εργασίας, κυρίως των γυναικών, καθώς οι αλλοδαποί συνέχισαν να αποχωρούν.
Το ΚΕΠΕ επισημαίνει ότι η αύξηση του εργατικού δυναμικού, παρά τη μείωση του πληθυσμού, εξηγείται μόνο από τη μεγαλύτερη συμμετοχή των Ελλήνων στην αγορά εργασίας και όχι από τη διεύρυνση του πληθυσμού.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο αν εξεταστεί η θέση των αλλοδαπών στην αγορά εργασίας. Παρά τη μαζική αποχώρησή τους, οι προοπτικές απασχόλησής τους παραμένουν καλύτερες από εκείνες των ημεδαπών.
Το ποσοστό ανεργίας των αλλοδαπών διαμορφώθηκε στο 7,6%, χαμηλότερα από το 8,3% των ημεδαπών, ενώ για τους αλλοδαπούς άνδρες περιορίστηκε μόλις στο 4,9%. Παράλληλα, η συμμετοχή τους στο εργατικό δυναμικό παραμένει εξαιρετικά υψηλή. Περισσότερο από το 88% των αλλοδαπών ανδρών άνω των 15 ετών συμμετέχει στην αγορά εργασίας, έναντι περίπου 60% των Ελλήνων.
Αντίστοιχα, το ποσοστό απασχόλησης των αλλοδαπών ανδρών προσεγγίζει το 84%, σχεδόν 30 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το αντίστοιχο των ημεδαπών.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι όσοι αλλοδαποί παραμένουν στην Ελλάδα εργάζονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τον εγχώριο πληθυσμό. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το ΚΕΠΕ, η χαμηλότερη ανεργία από μόνη της δεν αρκεί για να συγκρατήσει τους εργαζόμενους στη χώρα. Οι αμοιβές, οι συνθήκες εργασίας, η ποιότητα των διαθέσιμων θέσεων και η γεωγραφική κατανομή τους αποτελούν εξίσου κρίσιμους παράγοντες στις αποφάσεις μετανάστευσης.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να δημιουργεί νέες θέσεις, καθώς όπως επισημαίνει και το ΚΕΠΕ, από το 2014 έως το τέλος του 2025 έχουν δημιουργηθεί περισσότερες από 803.000 νέες θέσεις απασχόλησης.
Τη μεγαλύτερη συμβολή είχαν το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες και ο κλάδος της φιλοξενίας και εστίασης. Μόνο το 2025 δημιουργήθηκαν 57.200 νέες θέσεις στο εμπόριο, 32.100 στις επαγγελματικές δραστηριότητες και 21.300 στις τέχνες και την ψυχαγωγία, ενώ οι συνολικά απασχολούμενοι έφτασαν τα 4,35 εκατομμύρια και το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων 15-64 ετών ανήλθε στο 64,8%.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η δημογραφική συρρίκνωση, η αποχώρηση των αλλοδαπών και η σταδιακή μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο οι ελλείψεις προσωπικού κινδυνεύουν να μετατραπούν από συγκυριακό φαινόμενο σε μόνιμο χαρακτηριστικό της οικονομίας.
Έτσι, όσο η χώρα μας δυσκολεύεται να συγκρατήσει τους εργαζόμενους που ήδη διαθέτει και να προσελκύσει νέους, οι χιλιάδες κενές θέσεις εργασίας θα παραμένουν ακάλυπτες, περιορίζοντας τις αναπτυξιακές δυνατότητες των επιχειρήσεων και της οικονομίας συνολικά.