Με ένα αξιοπρόσεκτο πακέτο ελαφρύνσεων στους ελεύθερους επαγγελματίες και οικονομικών ενισχύσεων σε ειδικές επαγγελματικές ομάδες, όπως καθηγητές-δάσκαλοι-γιατροί-νοσηλευτές, αλλά εξαιρετικά φειδωλός απέναντι στους συνταξιούχους, ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε χθες από τη Θεσσαλονίκη το «Συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης» της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης.
Η κεντρική ιδέα ήταν «καλύτερη ζωή», επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις ότι ο πρώην πρωθυπουργός θα παρουσίαζε ένα σχέδιο «για να ζουν καλύτερα οι πολίτες», αποφεύγοντας τις «αριστερές εξάρσεις» που είχαν κυριαρχήσει στο περίφημο προεκλογικό «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» του 2014.
Με το επιχείρημα συνεργατών του ότι το πρόγραμμα της ΕΛΑΣ, εκτός από κοστολογημένο, βασίζεται στις δυνατότητες του δημοσιονομικού χώρου και των ευρωπαϊκών κανόνων, ο κ. Τσίπρας απέφυγε κάθε αναφορά στην επαναφορά του 13ου-14ου μισθού στο Δημόσιο (και, αντίστοιχα στις συντάξεις), παρότι κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι κατήργησε τη 13η σύνταξη που είχε θεσμοθετηθεί επί ημερών του.
Επίσης, δεν έκανε αναφορά στην επαναφορά του ΕΚΑΣ, ενώ οι «ανάσες» προς τους συνταξιούχους περιορίστηκαν στις δωρεάν φαρμακευτικές δαπάνες. Η απουσία αυτή μάλιστα στηλιτεύτηκε από το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κατηγόρησε τον κ. Τσίπρα ότι υπέκλεψε το 80% του δικού του προγράμματος.
Επίσης, από το πρόγραμμα έλειπαν αναφορές στη θέση της ΕΛΑΣ (σ.σ. όπως παρουσιάστηκε τον Ιούλιο) ότι δεν θα ακυρώσει τη λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων που έχουν ιδρυθεί καθώς, αφενός τίθεται θέμα «ασφάλειας δικαίου» και, αφετέρου, έχουν ήδη εγγραφεί φοιτητές που ήδη μπαίνουν στο δεύτερο έτος.
Όμως, στο πρόγραμμα διακυβέρνησης ο κ. Τσίπρας ενέταξε μία βασική δέσμευση ενίσχυσης των φοιτητών που έχουν περάσει σε σχολές μακριά από τον τόπο κατοικίας τους: τη μηνιαία υποτροφία των 500 ευρώ για συμβολή στην κάλυψη των αναγκών τους (σ.σ. προφανώς με εισοδηματικά κριτήρια στα οποία δεν αναφέρθηκε).
«Το θέμα είναι να ενισχύσουμε εμπράκτως τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση ώστε να στραφούν πάλι σε αυτήν παιδιά που σήμερα αδυνατούν να φοιτήσουν στις σχολές που έχουν περάσει λόγω του υπέρογκου κόστους διαμονής-διατροφής», αναφέρουν στελέχη του κόμματος.
Δεδομένου ότι το «Σχέδιο Διακυβέρνησης» δεν περιορίστηκε στα οικονομικά μέτρα και δεσμεύσεις, αλλά εστίασε στην ανάπτυξη, ο κ. Τσίπρας προχώρησε σε μία εντυπωσιακή πρόταση, η οποία εκτιμάται ότι θα του δώσει «πόντους» στην περιφέρεια: την μεταφορά πέντε υπουργείων σε ισάριθμες πόλεις της χώρας σε ορίζοντα δεκαετίας.
«Το Βιομηχανίας στη Θεσσαλονίκη, το Αγροτικής Ανάπτυξης στη Λάρισα, το Τουρισμού στο Ηράκλειο Κρήτης, το Νησιωτικής Πολιτικής στη Λέσβο και το Ψηφιακής Πολιτικής στην Κοζάνη, ενώ σχεδιάζουμε Ειδική Ζώνη Αμυντικής Βιομηχανίας στη Θράκη», όπως είπε.
Με την πρόταση αυτή, σε συνδυασμό με το πρόγραμμα «Αριστοτέλης» που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο και αφορά διόρθωση των αναγκαστικών συνενώσεων δήμων και κοινοτήτων «εκεί που δεν υπάρχει γεωγραφική, λειτουργική και κοινωνική συνοχή», το επιτελείο της ΕΛΑΣ περιμένει διεύρυνση των οπαδών της στην περιφέρεια όπου, κατά τις πληροφορίες, το κόμμα δεν έχει αποκτήσει ακόμα ρίζες.
Η Αμαλίας γνωρίζει ότι οι επιθέσεις που θα δεχτεί ο κ. Τσίπρας το επόμενο διάστημα (και δέχεται ήδη από χθες το βράδυ) θα αφορούν σημαντικές προτάσεις για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους μισθωτούς και ειδικές κατηγορίες όπως οι δανειολήπτες («πραγματική δεύτερη ευκαιρία»), το πρόγραμμα ρυθμίσεων του 2015 για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές (120 δόσεις στη βασική οφειλή με διαγραφή των προσαυξήσεων), καθώς και η έμφαση στη γνωστή πρόταση «πατριωτική εισφορά για το ισχυρότερο 1% των Ελλήνων».
Επίσης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που δεν περνούν απαρατήρητες:
«Διπλασιάζουμε την έκπτωση φόρου για τις οικογένειες με παιδιά. Καταργούμε το τέλος επιτηδεύματος για κάθε επιχείρηση. Καταργούμε την προκαταβολή φόρου για τις ατομικές επιχειρήσεις. Μειώνουμε τη προκαταβολή φόρου για τα νομικά πρόσωπα», ανήγγειλε.
Για τους μισθωτούς μάλιστα δεν περιορίστηκε στην αύξηση του κατώτατου μισθού («στα 1.000 ευρώ μέσα στο 2027») αλλά και του μέσου μισθού πλήρους απασχόλησης (1.800 ευρώ στο τέλος της τετραετίας), καθώς και στο χτίσιμό τους «με συλλογικές διαπραγματεύσεις, κλαδικές συμβάσεις και αυξήσεις που συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα».