Η κυβέρνηση απορρίπτει το ενδεχόμενο περικοπής ή περιορισμού της διάρκειας του επιδόματος ανεργίας, όμως το μοντέλο που θα ισχύει τα επόμενα χρόνια έχει ήδη αλλάξει.
Όλο το προηγούμενο διάστημα και έως το τέλος του έτους, στις αρμόδιες διευθύνσεις της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), σε συνεργασία με στελέχη του ΟΟΣΑ, αξιολογείται το πιλοτικό πρόγραμμα 15.000 ανέργων, που συνέδεσε την παροχή με τον μισθό και την προϋπηρεσία.
Οι όποιες βελτιώσεις κριθεί αναγκαίο να ληφθούν υπόψη, θα θεσμοθετηθούν, και το νέο ανταποδοτικότερο και εμπροσθοβαρές σύστημα επιδότησης της ανεργίας, θα ισχύσει καθολικά, για όλους τους νέους άνεργους. Αυτό έχει άλλωστε, ήδη ψηφιστεί, από το 2022.
Η πολιτική συζήτηση για το επίδομα ανεργίας έκλεισε – τουλάχιστον σε επίπεδο κυβερνητικών προθέσεων – από την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως, η οποία χθες, από το βήμα της Βουλής χαρακτήρισε «λήξαν» το ζήτημα που προκάλεσε η τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ενώ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε ήδη δηλώσει ότι «δεν πρόκειται να κοπεί κανένα επίδομα ανεργίας».
Ωστόσο, πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση για το εάν το επίδομα θα μπορούσε να περιοριστεί στους δύο μήνες, υπάρχει μια διαφορετική και ήδη δρομολογημένη εξέλιξη: το ίδιο το σύστημα επιδότησης ανεργίας βρίσκεται σε διαδικασία μεγάλης αναμόρφωσης.

Δεν πρόκειται για ένα νέο σενάριο που προέκυψε μετά τις δηλώσεις Μαρινάκη. Η αλλαγή έχει τις ρίζες της στη μεταρρύθμιση του 2022, έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης, εξειδικεύτηκε με υπουργική απόφαση στα τέλη του 2024 και εφαρμόζεται ήδη πιλοτικά σε περίπου 15.000 ανέργους. Το ζητούμενο πλέον είναι η αξιολόγηση του πιλοτικού μοντέλου και η μετάβαση στο νέο σύστημα σε ευρεία κλίμακα, με τον σχεδιασμό να τοποθετεί την καθολική εφαρμογή μέσα στο 2027.
Η νέα συζήτηση ξεκίνησε στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης εξέφρασε προσωπική άποψη και υποστήριξε ότι η καταβολή του δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τους δύο μήνες. Ο ίδιος διευκρίνισε στη συνέχεια και μετά από έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, ότι επρόκειτο για προσωπική πολιτική άποψη και όχι για κυβερνητική απόφαση ή ειλημμένο σχεδιασμό.
Η τοποθέτηση προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση, με το ΠΑΣΟΚ να θέτει θέμα κυβερνητικής «κρυφής ατζέντας» και να ζητά διευκρινίσεις για τη διάρκεια και το ύψος της παροχής. Η απάντηση ήρθε αρχικά από τον πρωθυπουργό.
Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να κοπεί το επίδομα ανεργίας, ενώ παράλληλα υπενθύμισε ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί σημαντική αναμόρφωση του συστήματος.
Χθες, η αρμόδια υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως επανέλαβε στη Βουλή την ίδια γραμμή, χαρακτηρίζοντας το θέμα «λήξαν» και αποδίδοντας τη σχετική πρόταση αποκλειστικά στον Παύλο Μαρινάκη.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το επίδομα θα παραμείνει ίδιο.
Η μεγάλη αλλαγή έχει ήδη θεσμοθετηθεί. Η αναμόρφωση του συστήματος επιδομάτων ανεργίας εντάσσεται στη μεταρρύθμιση του 2022 και ειδικότερα στον νόμο 4921/2022, γνωστό ως νόμο Χατζηδάκη. Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2024, εκδόθηκε η ΚΥΑ 54427/20.12.2024, με την οποία καθορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις της πιλοτικής δράσης.
Το νέο μοντέλο δεν αντιμετωπίζει πλέον την ανεργία αποκλειστικά με ένα ενιαίο, επίπεδο ποσό. Αντίθετα, επιχειρεί να συνδέσει την παροχή με τις προηγούμενες αποδοχές του δικαιούχου, τον ασφαλιστικό του βίο και τη διάρκεια της ανεργίας.
Το πιλοτικό πρόγραμμα ξεκίνησε με περίπου 15.000 δικαιούχους και σχεδιάστηκε να διαρκέσει 16 μήνες. Έχει ήδη ολοκληρωθεί κι έχει περάσει στο στάδιο της αξιολόγησης.
Η σημαντικότερη διαφορά του νέου μοντέλου είναι ότι το επίδομα γίνεται περισσότερο εξατομικευμένο. Η επιδότηση αποτελείται από διαφορετικά μέρη, και συνδέει το ύψος της παροχής με τις αποδοχές του ανέργου και την ασφαλιστική του ιστορία.
Στο σταθερό μέρος, το ποσό είναι εμπροσθοβαρές: είναι υψηλότερο στην αρχή της περιόδου ανεργίας και μειώνεται όσο περνά ο χρόνος. Για δικαιούχους με μέσο όρο μηνιαίων αποδοχών ίσο ή υψηλότερο από τον κατώτατο μισθό, το σταθερό μέρος του ημερήσιου επιδόματος προβλέπεται να αντιστοιχεί σε:
- 70% του νομοθετημένου κατώτατου ημερομισθίου το πρώτο τρίμηνο,
- 60% το δεύτερο τρίμηνο,
- 50% το τρίτο τρίμηνο,
- 40% το τέταρτο τρίμηνο,
- 30% στο πρώτο εξάμηνο του δεύτερου έτους,
- 20% στο τελευταίο εξάμηνο.
Παράλληλα, υπάρχει και μεταβλητό μέρος, το οποίο υπολογίζεται με βάση τον ασφαλιστικό βίο και το επίπεδο των αποδοχών. Έτσι, ένας εργαζόμενος με πολλά χρόνια ασφάλισης και υψηλότερες αποδοχές μπορεί να λάβει υψηλότερη παροχή, ιδιαίτερα στην αρχή της ανεργίας.
Η λογική του συστήματος είναι σαφής: μεγαλύτερη προστασία στην πρώτη περίοδο μετά την απώλεια της εργασίας και σταδιακή αποκλιμάκωση της παροχής όσο παρατείνεται η ανεργία.
Ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν το νέο μοντέλο από την πολιτική συζήτηση περί «δύο μηνών» είναι ότι το πιλοτικό σύστημα προβλέπει δυνητικά πολύ μεγαλύτερη διάρκεια επιδότησης. Με βάση την ΚΥΑ, η επιδότηση μπορεί να φτάσει έως και τους 24 μήνες, ανάλογα με τον ασφαλιστικό χρόνο του δικαιούχου.
Ο μηχανισμός συνδέει την περίοδο απασχόλησης με την περίοδο επιδότησης. Για τους πρώτους 12 μήνες προβλέπεται ένας μήνας επιδότησης για κάθε δύο πλήρεις μήνες απασχόλησης, ενώ για το διάστημα πέραν των 12 μηνών απαιτούνται τρεις πλήρεις μήνες απασχόλησης για κάθε επιπλέον μήνα επιδότησης.
Είναι ξεκάθαρο συνεπώς, ότι το νέο σύστημα δεν είναι ένα σύστημα δύο μηνών. Αντίθετα, η θεσμοθετημένη πιλοτική εκδοχή προβλέπει διάρκεια έως 24 μήνες, με διαφορετική ένταση της επιδότησης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Η πραγματική αλλαγή βέβαια, βρίσκεται όχι τόσο στην κατάργηση της μεγάλης διάρκειας, όσο στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η οικονομική ενίσχυση μέσα στον χρόνο. Από το «ίδιο ποσό για όλους» σε ένα σύστημα που συνδέει την επιδότηση με μισθό και προϋπηρεσία. Και αυτό, γιατί το επίδομα είναι ανταποδοτική παροχή, άμεσα συνδεδεμένη με τις εισφορές που καταβάλλονται.
Ο νέος υπολογισμός λαμβάνει υπόψη:
Α) τις προηγούμενες αποδοχές. Ο μισθός πριν από την απώλεια της εργασίας επηρεάζει το ύψος της παροχής.
Β) την ασφαλιστική ιστορία. Τα χρόνια εργασίας και οι ημέρες ασφάλισης αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στον υπολογισμό.
Γ) τη διάρκεια της ανεργίας. Η παροχή ξεκινά υψηλότερα και μειώνεται σταδιακά.
Δ) οικογενειακά χαρακτηριστικά. Το μοντέλο προβλέπει προσαυξήσεις για προστατευόμενα μέλη και μονογονεϊκές οικογένειες, καθώς και ενισχύσεις που συνδέονται με τα δώρα εορτών.
Το μεγάλο «αγκάθι»
Όσο το νέο επίδομα εφαρμόστηκε πιλοτικά, το ποσό δεν «έπεσε» κάτω από τα σημερινά επίπεδα. Το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης με συνολικά 100 εκατ. ευρώ κι έτρεξε έως τις 30 Ιουνίου. Στην καθολική του όμως εφαρμογή, δεν θα υπάρχει τέτοια προστασία.
Σε περιπτώσεις ανέργων με λίγα χρόνια ασφάλισης και χαμηλό μισθό κατά την διάρκεια της απασχόλησης, το επίδομα – που θα είναι συνάρτηση αυτών – θα μπορεί να πέφτει και κάτω από τα σημερινά επίπεδα των 565 ευρώ, όπως διαμορφώθηκε από 1η Απριλίου, από 540 ευρώ που ήταν, λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού.