Ένας στους τρεις εργαζόμενους με υποχρεώσεις φροντίδας (33%) δηλώνει ότι η δουλειά του συγκρούεται με τη φροντίδα των παιδιών ή εξαρτώμενων συγγενών, σύμφωνα με την ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ. Βαθύ ρήγμα εμφανίζεται στις οικογενειακές άδειες: από όσους έχουν αναθρέψει παιδιά, στο Δημόσιο οκτώ στους δέκα έχουν πάρει οικογενειακή άδεια, στον ιδιωτικό τομέα μόλις ένας στους τέσσερις.
Η ειδική έρευνα για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας διεξήχθη παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, στα τέσσερα τρίμηνα του 2025, σε άτομα 18-74 ετών. Συνολικά, το 29,8% του πληθυσμού δηλώνει ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας. Το 25,7% φροντίζει μόνο παιδιά, το 3,2% μόνο εξαρτώμενους ενήλικες και το 0,9% και τα δύο.
Η πίεση συγκεντρώνεται εκεί όπου η καριέρα και η οικογένεια κορυφώνονται ταυτόχρονα. Στην ηλικία 35-44 ετών, το 65,7% έχει υποχρεώσεις φροντίδας, υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο. Η ίδια ομάδα εμφανίζει και το υψηλότερο ποσοστό σύγκρουσης δουλειάς και φροντίδας (37,5%).
Δημόσιο vs ιδιωτικός: η γονεϊκότητα δύο ταχυτήτων
Το μεγαλύτερο χάσμα της έρευνας δεν είναι ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, αλλά ανάμεσα σε Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Η ΕΛΣΤΑΤ εξέτασε όσους έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί. Από αυτούς, το 80,9% των εργαζομένων στο Δημόσιο έχει κάνει χρήση οικογενειακής άδειας, έναντι μόλις 27,4% στον ιδιωτικό τομέα.
Στην άλλη άκρη, η εικόνα αντιστρέφεται. Στον ιδιωτικό τομέα, το 70,7% δεν έχει πάρει ποτέ καμία μορφή οικογενειακής άδειας, ενώ στο Δημόσιο το ποσοστό αυτό είναι μόλις 18%.
| Χρήση οικογενειακής άδειας | Δημόσιος τομέας | Ιδιωτικός τομέας |
|---|
| Έκαναν χρήση άδειας (σύνολο) | 80,9% | 27,4% |
| Μόνο άδεια μητρότητας ή πατρότητας | 7,2% | 5,3% |
| Μόνο γονική άδεια | 26,6% | 4,7% |
| Συνδυασμό των δύο αδειών | 47,1% | 17,3% |
| Δεν έλαβαν οικογενειακή άδεια | 18,0% | 70,7% |
| Μέσος όρος παιδιών που έχουν αναθρέψει | 1,48 | 1,07 |
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Ειδική έρευνα για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας 2025. Άτομα 18-54 ετών που έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί.
Η διαφορά δεν αφορά μόνο το αν παίρνει κανείς άδεια, αλλά και πόσο πλήρη κάλυψη έχει. Ο συνδυασμός άδειας μητρότητας/πατρότητας και γονικής άδειας ανατροφής αφορά το 47,1% των δημοσίων υπαλλήλων. Είναι σχεδόν τριπλάσιο ποσοστό από τον ιδιωτικό τομέα (17,3%).
Η γονική άδεια ανατροφής χωρίς άλλη άδεια είναι πρακτικά ανύπαρκτη στον ιδιωτικό τομέα (4,7%), ενώ στο Δημόσιο αφορά το 26,6%. Πρόκειται για την άδεια που δικαιούνται οι γονείς από τη λήξη της άδειας μητρότητας/πατρότητας μέχρι το παιδί να κλείσει τα 6.
Το χάσμα φαίνεται και στον αριθμό των παιδιών. Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο δηλώνουν ότι έχουν αναθρέψει κατά μέσο όρο 1,48 παιδιά, έναντι 1,07 στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή σχεδόν 40% περισσότερα. Για σύγκριση, ο μέσος όρος για το σύνολο του πληθυσμού 18-54 ετών είναι 1,06 και για τους απασχολούμενους 1,15.
Η έρευνα δεν εξηγεί την αιτία της διαφοράς. Δεν διακρίνει δηλαδή αν η ασφάλεια και οι άδειες του Δημοσίου διευκολύνουν την απόκτηση παιδιών ή αν απλώς ο δημόσιος τομέας απασχολεί διαφορετικό πληθυσμό, π.χ. ως προς την ηλικία. Δείχνει όμως καθαρά ότι η πρόσβαση σε οικογενειακή άδεια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον εργοδότη.
Τι φταίει: οι ώρες και η εξάντληση
Για σχεδόν δύο στους τρεις εργαζόμενους που δυσκολεύονται (61,9%), το πρόβλημα βρίσκεται στη διάρκεια και την ένταση της ίδιας της δουλειάς. Πρώτη αιτία είναι οι πολλές ώρες εργασίας (34,9%), ενώ δεύτερη η απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας (27,0%).
| Κυριότερο πρόβλημα στην εργασία | Ποσοστό |
|---|
| Πολλές ώρες εργασίας | 34,9% |
| Απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας | 27,0% |
| Απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα εργασίας | 13,0% |
| Πολύς χρόνος μετακίνησης σπίτι-δουλειά | 12,9% |
| Άλλα εμπόδια σχετικά με την εργασία | 12,2% |
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ. Εργαζόμενοι που δηλώνουν δυσκολία συνδυασμού εργασίας και υποχρεώσεων φροντίδας.
Τα απρόβλεπτα ωράρια και ο χρόνος μετακίνησης συγκεντρώνουν από περίπου 13% το καθένα. Μαζί, όμως, αφορούν έναν στους τέσσερις εργαζόμενους που δηλώνουν δυσκολία, ποσοστό που δεν είναι αμελητέο.
Ποιοι πιέζονται περισσότερο: γυναίκες και 35-44 ετών
Οι γυναίκες δηλώνουν συχνότερα σύγκρουση δουλειάς και φροντίδας (35,4%, έναντι 33% στο σύνολο). Έχουν επίσης συχνότερα υποχρεώσεις φροντίδας: 31,9% έναντι 27,6% στους άνδρες.
Η ηλικία 35-44 ετών είναι το σημείο μέγιστης πίεσης. Το 61,9% αυτής της ομάδας φροντίζει μόνο παιδιά και ένα επιπλέον 2% φροντίζει ταυτόχρονα παιδιά και εξαρτώμενους ενήλικες. Το 37,5% δηλώνει ότι η δουλειά του συγκρούεται με αυτές τις υποχρεώσεις.
Οι απασχολούμενοι έχουν συχνότερα υποχρεώσεις φροντίδας (35,2%) από τους ανέργους (28,9%) και από όσους βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού (20,8%). Με άλλα λόγια, η φροντίδα πέφτει κυρίως σε όσους έχουν και δουλειά.
Η πίεση δεν σταματά με την ενηλικίωση των παιδιών. Στους 45-54 ετών, το 39,1% έχει ακόμη υποχρεώσεις φροντίδας. Στους 55-64, η φροντίδα εξαρτώμενων ενηλίκων φτάνει το 5,5%, το υψηλότερο ποσοστό όλων των ηλικιακών ομάδων.
Η άδεια είναι υπόθεση των μητέρων
Το 75% των ανδρών που έχουν αναθρέψει παιδιά δεν έχει πάρει ποτέ οικογενειακή άδεια. Στις γυναίκες το ποσοστό αυτό είναι 46,1%. Οι περισσότερες μητέρες (51%) έχουν πάρει άδεια μητρότητας, γονική άδεια ή συνδυασμό των δύο, με τον συνδυασμό να κυριαρχεί (39,2%).
Από το 24% των ανδρών που πήραν άδεια, οι περισσότεροι χρησιμοποίησαν τη γονική άδεια (16,5%). Μόνο το 1,7% περιορίστηκε στην άδεια πατρότητας.
Το χάσμα μεγαλώνει όταν εξετάζεται η διάρκεια. Το 85,3% των ανδρών που πήραν άδεια έλειψε έως και έξι μήνες, και μόλις το 2,8% πάνω από έναν χρόνο. Αντίθετα, το 27,1% των γυναικών πήρε άδεια από έξι μήνες έως έναν χρόνο και το 30,5% πάνω από έναν χρόνο.
Η πρόσβαση στην άδεια εξαρτάται έντονα από την εκπαίδευση και την ιθαγένεια:
- Άτομα με πτυχίο ΑΕΙ/ΤΕΙ: 59,2%, με μεταπτυχιακό: 58,7%
- Άτομα που ολοκλήρωσαν έως Γυμνάσιο: 9,2%
- Έλληνες πολίτες: 40,7%, αλλοδαποί: 14,3%
Η αντίφαση είναι εμφανής: οι ομάδες με τη μικρότερη πρόσβαση σε άδειες είναι εκείνες που έχουν αναθρέψει τα περισσότερα παιδιά. Όσοι ολοκλήρωσαν έως Γυμνάσιο έχουν κατά μέσο όρο 1,61 παιδιά και οι αλλοδαποί 1,41.
Δύο στους τρεις γονείς δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας
Το 67,9% όσων φροντίζουν παιδιά κάτω των 15 ετών δεν χρησιμοποιεί καμία επαγγελματική υπηρεσία φροντίδας, όπως παιδικό σταθμό, ολοήμερο σχολείο ή μπέιμπι-σίτερ. Μόνο το 25,5% χρησιμοποιεί τέτοιες υπηρεσίες για όλα τα παιδιά του.
Ως κύριο λόγο, σχεδόν οι μισοί (47,6%) δηλώνουν ότι προτιμούν να φροντίζουν τα παιδιά μόνοι τους ή με τον σύντροφό τους. Ακολουθούν η βοήθεια από συγγενείς και φίλους (19,4%) και το ότι τα παιδιά φροντίζουν πλέον τον εαυτό τους (18,1%). Μόλις το 9,6% αποδίδει την επιλογή του σε πρόβλημα των υπηρεσιών: 5,6% στο κόστος, 3% στη διαθεσιμότητα και 1% σε ποιότητα ή άλλο εμπόδιο.
Για τους εργαζόμενους γονείς, το άτυπο δίχτυ των συγγενών έχει ιδιαίτερο βάρος. Το 23,1% των απασχολούμενων που δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες στηρίζεται σε συγγενείς και φίλους, έναντι μόλις 7,8% των ανέργων.
Η χρήση υπηρεσιών συνδέεται στενά με την εργασία. Τις χρησιμοποιεί, για όλα ή για ορισμένα παιδιά, το 34,9% των απασχολούμενων γονέων, έναντι 17% των ανέργων. Στα ζευγάρια με παιδιά η χρήση φτάνει το 31,7%, ενώ στους μόνους γονείς περιορίζεται στο 19,3%.
* Δείτε την έρευνα στη στήλη Συνοδευτικό Υλικό.