Τις διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες κινήθηκαν οι ελληνικοί τουριστικοί προορισμοί κατά τη φετινή υψηλή περίοδο, με τη Σαντορίνη να δέχεται μεγαλύτερες πιέσεις στις ξενοδοχειακές τιμές και την Πάρο και τη Νάξο να διατηρούν τη θετική δυναμική τους, αναδεικνύει ο απολογισμός της σεζόν από τη Square Lime.
Όπως επισημαίνει, μιλώντας στο Euro2day.gr, ο Βασίλης Λαπαναΐτης, ιδρυτής της Square Lime, της ελληνικής εταιρείας διαχείρισης boutique ξενοδοχείων και βιλών, η εικόνα που είχε διαμορφωθεί στις αρχές του καλοκαιριού επιβεβαιώθηκε σε μεγάλο βαθμό, με τη ζήτηση να αποδεικνύεται τελικά πιο ανθεκτική από ό,τι αρχικά διαφαινόταν, αλλά τις κρατήσεις να πραγματοποιούνται πολύ πιο κοντά στην ημερομηνία άφιξης.
Η εικόνα, πάντως, δεν ήταν ενιαία για το σύνολο της αγοράς. Όπως εξηγεί, σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από την αύξηση της μέσης τιμής, σε άλλες από την ενίσχυση της πληρότητας, ενώ υπήρξαν και αγορές στις οποίες απαιτήθηκε μεγαλύτερη ευελιξία στην τιμολογιακή πολιτική.
Ειδικότερα, «η Πάρος και η Νάξος διατήρησαν θετική δυναμική», με το ενδιαφέρον που είχε καταγραφεί νωρίτερα μέσα στη σεζόν να μετατρέπεται τελικά σε πραγματικές κρατήσεις. Αντίθετα, στη Σαντορίνη οι πιέσεις ήταν εντονότερες, κυρίως σε επίπεδο μέσης τιμής, γεγονός που κατέστησε αναγκαίες μεγαλύτερες προσαρμογές στην τιμολογιακή πολιτική των ξενοδοχείων προκειμένου να υποστηριχθεί η ζήτηση.
«Ο ταξιδιώτης αξιολογεί πολύ πιο αυστηρά τη σχέση τιμής και εμπειρίας. Δεν αναζητά απαραίτητα τον φθηνότερο προορισμό. Μπορεί να πληρώσει υψηλή τιμή, εφόσον θεωρεί ότι η συνολική εμπειρία τη δικαιολογεί», αναφέρει, εξηγώντας ότι η αλλαγή που καταγράφεται αφορά περισσότερο τη σχέση τιμής και αξίας παρά μια γενικευμένη μετακίνηση προς οικονομικότερους προορισμούς.
«Δεν θα μιλούσα τόσο για μετατόπιση από τους “ακριβούς” στους “φθηνούς” προορισμούς, όσο για μια μετατόπιση από την τιμή προς την αξία. Ο ταξιδιώτης υπολογίζει πλέον το σύνολο του ταξιδιού -διαμονή, εστίαση, μετακινήσεις και εμπειρίες- και εκεί κρίνεται τελικά το value for money κάθε προορισμού», προσθέτει.
Το 17% του τζίρου από κρατήσεις της τελευταίας στιγμής
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της φετινής σεζόν ήταν η σημαντική συρρίκνωση του χρονικού διαστήματος μεταξύ κράτησης και άφιξης, τάση που είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού.
«Είναι χαρακτηριστικό ότι, στα δεδομένα που παρακολουθούμε, περίπου το 17% του συνολικού τζίρου προέρχεται από κρατήσεις που πραγματοποιούνται λιγότερο από 21 ημέρες πριν από την άφιξη. Δεν το παρουσιάζουμε ως ποσοστό που αντιπροσωπεύει το σύνολο της ελληνικής ξενοδοχειακής αγοράς, αποτελεί όμως μια σαφή ένδειξη του πόσο σημαντικό έχει γίνει πλέον το βραχυπρόθεσμο booking window.
Θα ήμουν ακόμη επιφυλακτικός να χαρακτηρίσω αυτή την αλλαγή μόνιμη. Είναι όμως πλέον αρκετά ισχυρή ώστε τα ξενοδοχεία να πρέπει να την ενσωματώσουν στον εμπορικό και revenue σχεδιασμό τους», τονίζει.
Η αλλαγή αυτή συνδέεται, σύμφωνα με τον Β. Λαπαναΐτη, με τη μεγαλύτερη δυνατότητα των ταξιδιωτών να συγκρίνουν επιλογές και τιμές πριν προχωρήσουν σε κράτηση. Η εξέλιξη αυτή «υποχρεώνει» τους ξενοδόχους να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν την πορεία των κρατήσεων σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
«Ένα δωμάτιο που παραμένει απούλητο 60 ημέρες πριν από την άφιξη δεν σημαίνει σήμερα απαραίτητα αυτό που σήμαινε πριν από πέντε χρόνια», επισημαίνει, εξηγώντας ότι σημαντικό μέρος της ζήτησης εκδηλώνεται πλέον πολύ πιο κοντά στην ημερομηνία άφιξης.
Αυτή η μεταβολή κατέστησε αναγκαία την πιο ενεργή διαχείριση των εσόδων κατά τη φετινή σεζόν. Οι τιμές δεν μειώθηκαν οριζόντια σε όλη την αγορά, αλλά οι παρεμβάσεις έγιναν πιο στοχευμένα, ανά ημερομηνία, τύπο δωματίου και ρυθμό κρατήσεων.
«Όταν γνωρίζεις ότι η ζήτηση υπάρχει αλλά εκδηλώνεται αργότερα, δεν πρέπει να αντιδράς πρόωρα μειώνοντας οριζόντια τις τιμές. Χρειάζεται να γνωρίζεις πότε πρέπει να επέμβεις και πότε πρέπει να προστατεύσεις την τιμή σου. Η διαχείριση εσόδων γίνεται, υπό αυτή την έννοια, και διαχείριση της υπομονής», σημειώνει.
Η πρόκληση της κερδοφορίας
Πέρα από την πορεία των κρατήσεων, η φετινή σεζόν ανέδειξε και τις διαφορετικές οικονομικές επιδόσεις που μπορεί να καταγράφουν ξενοδοχεία με αντίστοιχα επίπεδα πληρότητας.
«Δύο μονάδες μπορεί να έχουν παρόμοια πληρότητα και εντελώς διαφορετικό οικονομικό αποτέλεσμα. Το πραγματικό “ταμείo” γίνεται όταν δούμε μαζί πληρότητα, μέση τιμή, έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο, κόστος απόκτησης της κράτησης και, τελικά, το περιθώριο που μένει στον ξενοδόχο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον και οι υψηλές προμήθειες, καθώς και το κόστος διανομής, παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. «Η επόμενη πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η πληρότητα ή η μέση τιμή, αλλά πόσο από το έσοδο που δημιουργείται παραμένει τελικά στο ξενοδοχείο», επισημαίνει.
Η επιμήκυνση της σεζόν
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον ιδρυτή της Square Lime, ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στην τουριστική περίοδο, με μέρος της ζήτησης να μετακινείται συνειδητά εκτός της αιχμής του Ιουλίου και του Αυγούστου.
Ωστόσο, όπως τονίζει, «πραγματική επιμήκυνση υπάρχει μόνο όταν παραμένει ενεργός συνολικά ο προορισμός, με συνδεσιμότητα, εστίαση και εμπειρίες».