Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Άγρια μάχη για την… τιμή της HYATT

Νέα δημόσια προσφορά κατέθεσε η BC Partners στα 11,92 ευρώ ανά μετοχή. Τα funds που έχουν το 13,5% στρέφονται με επιστολή τους εναντίον της Κεφαλαιαγοράς και της PWC για την αποτίμηση. Διασταυρούμενα τα... πυρά, καθώς έχουν προηγηθεί καταγγελίες της BC για χειραγώγηση.

Άγρια μάχη για την… τιμή της HYATT
του Γιώργου Παπανικολάου

Νέα (υποχρεωτική) δημόσια προσφορά στα 11,92 ευρώ ανά μετοχή για το υπόλοιπο των μετοχών της Regency (HYATT) που δεν έχει στην κατοχή της (18,38%) κατέθεσε η BC Partners.

Στο μεταξύ όμως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς βρίσκεται πλέον μεταξύ διασταυρούμενων σκληρών καταγγελιών, από τις αντιμαχόμενες πλευρές, ”πληρώνοντας” έτσι τη βραδύτητα του κράτους στην αντιμετώπιση του θέματος που προέκυψε με το επιδιωκόμενο delisting της συγκεκριμένης εταιρίας.

Η κόντρα ανάμεσα στην BC Partners, που κατέχει πάνω από το 80% και θέλει να συγχωνεύσει τη Regency με μη εισηγμένη εταιρία της (Dionysos Leisure), και στα ξένα hedge funds (Halcyon Asset Management, York Capital Management και ABN Amro Asset Management οι εταιρίες διαχείρισης) που κατέχουν το 13,5% και θέλουν να της αποσπάσουν όσο το δυνατόν πιο υψηλό τίμημα, έχει αγριέψει, με τον χρόνο που μεσολάβησε ως τώρα να λειτουργεί περίπου σαν ”λάδι στη φωτιά”.

Όπως αποκάλυψε προ ημερών το euro2day.gr, από την πλευρά της BC Partners έχουν γίνει γραπτές καταγγελίες προς την Κεφαλαιαγορά, περί χειραγώγησης τιμής στη μετοχή της HYATT, προκειμένου να ανέβει ο μέσος όρος του εξαμήνου, άρα και το ελάχιστο όριο της υποχρεωτικής προσφοράς της (σ.σ. στην αυξημένη μέση τιμή, άλλωστε, αποδίδεται από πηγές του euro2day.gr και η αύξηση του τιμήματος της νέας δημόσιας πρότασης).

Την 6η Σεπτεμβρίου, όμως, στις καταγγελίες της BC προστέθηκε η επιστολή-καταγγελία των ξένων funds που βρίσκονται στην αντίπαλη πλευρά και, εμμέσως πλην σαφώς, στρέφονται τώρα κατά της ίδιας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αλλά και του διεθνούς οίκου Price Waterhouse Coopers (PWC), επιχειρώντας προφανώς να προκαταλάβουν τον προσδιορισμό του προσφερόμενου τιμήματος.

Στην επιστολή αυτή (το πλήρες κείμενο στη δεξιά στήλη ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ) που έχει ως αποδέκτες την Ε.Κ., την PWC αλλά και τη Regency, οι εκπρόσωποι των τριών εταιριών διαχείρισης υποστηρίζουν ότι κακώς επιλέχθηκε η PWC για να κάνει την ανεξάρτητη αποτίμηση που προβλέπει ο νέος νόμος.

Στην ουσία το ”βέλος” στρέφεται ευθέως εναντίον της Ε.Κ. καθώς η BC έστειλε στην Επιτροπή ”λίστα” με 5 οίκους αποτιμήσεων (όπως προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο), εκ των οποίων η ίδια η Κεφαλαιαγορά επέλεξε αυτοβούλως την PWC.

Το σκεπτικό στην επιστολή είναι ότι η PWC έκανε προ ενός περίπου έτους την αποτίμηση στα πλαίσια της προωθούμενης συγχώνευσης της HYATT/Regency με τη μη εισηγμένη Dionysos, καταλήγοντας σε εύρος τιμής 9,57-11,04 ευρώ, γεγονός που κατά τους εκπροσώπους των funds καθιστά την PWC ”μη ανεξάρτητη” και άρα ακατάλληλη να κάνει την αποτίμηση.

Επιπροσθέτως οι εκπρόσωποι των funds παραθέτουν αποτιμήσεις εταιριών του κλάδου στο εξωτερικό, οι οποίες οδηγούν σε υψηλούς πολλαπλασιαστές κερδών και EBITDA, για να καταλήξουν ”επαγωγικά” σε πολύ υψηλότερες αποτιμήσεις της μετοχής της Regency.

Καλούν δε τόσο την Ε.Κ. (ως εποπτεύουσα τη διαδικασία) όσο και την PWC (ως αποτιμητή) ”να λάβουν υπ’ όψιν τους” τα συγκεκριμένα παραδείγματα.

Κλείνοντας, δηλώνουν ακόμη ότι επιφυλάσσονται παντός νομίμου δικαιώματός τους τόσο σε ό,τι αφορά τη νομιμότητα της συγχώνευσης όσο και αναφορικά με την εγκυρότητα του νέου νόμου που ρυθμίζει αυτές τις υποθέσεις (απορρόφηση μη εισηγμένης από εισηγμένη), που εν ολίγοις σημαίνει ότι αμφισβητούν και όλη τη διαδικασία συνολικά.

Σημασία όμως έχει και το γεγονός ότι γίνεται συνεχής επίκληση του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει από τότε που έγινε η πρώτη δημόσια προσφορά της BC Partners, προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρηματολογία των funds για αύξηση του τιμήματος.

Πράγματι, σχεδόν… 15 μήνες χρειάστηκαν οι αρχές προκειμένου να καταλήξουν σε μια νέα νομοθετική ρύθμιση, καθώς έως τον Μάιο η μεν χρηματιστηριακή νομοθεσία απαιτούσε συμφωνία του 90% για το delisting μιας εταιρίας, ενώ ο νόμος περί ανωνύμων εταιριών επέτρεπε άμεση συγχώνευση μεταξύ δύο εταιριών (χωρίς να διευκρινίζει περί εισηγμένων και μη) με την πλειοψηφία των 2/3.

Παρά τη βραδυπορία αυτή, η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε μεταβατική διάταξη, μολονότι αφορμή για να αλλάξει ο νόμος ήταν… ακριβώς η συγκεκριμένη υπόθεση!

Κι έτσι, ενώ από τη μία πλευρά η BC υποχρεώνεται να κάνει δεύτερη δημόσια προσφορά περίπου 18 μήνες μετά την πρώτη (κι επιμένει ότι η μετοχή ανέβαινε τεχνητά τους τελευταίους μήνες για να μεγαλώσει το ελάχιστο όριο του τιμήματος που θα δώσει), η άλλη πλευρά, αυτή των funds, φαίνεται έτοιμη να αμφισβητήσει παντοιοτρόπως όχι μόνο κάθε στάδιο της διαδικασίας αυτής της προσφοράς αλλά και τη νομιμότητα του νέου πλαισίου στο σύνολό του.

Κοινώς, τα ”κάστανα” είναι ήδη στη... φωτιά και μάλλον καίγονται άσχημα, υποχρεώνοντας τις αρχές να παίξουν τον ρόλο του πυροσβέστη με ψυχραιμία και σύνεση. Διότι παρατηρητής των εξελίξεων είναι αναμφίβολα όχι μόνο η ελληνική αλλά και η διεθνής επενδυτική κοινότητα.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο