Στον δημόσιο διάλογο για την οικονομία, οι λέξεις που κυριαρχούν είναι συνήθως, επενδύσεις, βιομηχανία, τουρισμός, logistics, ενέργεια. Οι λαϊκές αγορές, ένας θεσμός που αντιμετωπίζεται συχνά ως κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, παραμένει εκτός κάδρου. Κι όμως η δημόσια διαβούλευση του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Ανάπτυξης τις φέρνει στην επιφάνεια. Μάλιστα η συντριπτική πλειονότητα των σχολίων που έχουν κατατεθεί μέχρι σήμερα στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προέρχονται από ανθρώπους και φορείς που έχουν σχέση με τις λαϊκές αγορές.
Πολλά από τα σχόλια στη διαβούλευση εστιάζουν στο πώς μπορεί να ενισχυθεί η βιωσιμότητα τους τόσο για τους πωλητές όσο και για τις τοπικές κοινωνίες. Παραδείγματος χάριν η Ομοσπονδία Πωλητών Λαϊκών Αγορών Δυτικής Μακεδονίας, προτείνει τα έσοδα από το ημερήσιο τέλος να επιστρέφουν στον ίδιο τον θεσμό. Στο πλαίσιο αυτό προτείνει τη δημιουργία κοινωνικών κουπονιών για αγορές από λαϊκές αγορές, που θα δίνονται σε ευάλωτες ομάδες.
Όπως αναφέρεται στο σχετικό σχόλιο, στόχος είναι να ενισχυθεί «η πρόσβαση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων σε ποιοτικά και προσιτά τρόφιμα», αλλά και «η στήριξη των μικρών επαγγελματιών και παραγωγών». Η ίδια Ομοσπονδία ζητά επίσης ενισχυμένη μοριοδότηση της εντοπιότητας, υποστηρίζοντας ότι σε περιφέρειες που αντιμετωπίζουν «την απολιγνιτοποίηση, τα αυξημένα ποσοστά ανεργίας και τη πληθυσμιακή συρρίκνωση λόγω μετανάστευσης».
Ένα άλλο θέμα που επανέρχεται συχνά μέσα από τα σχόλια είναι η ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας στο πλαίσιο των αδειών. Πολλοί παραγωγοί ζητούν να δοθεί η δυνατότητα να μετατρέψουν την άδεια παραγωγού σε επαγγελματική άδεια πωλητή. Όπως αναφέρει ένα από τα σχόλια, αρκετοί παραγωγοί βρίσκονται σήμερα «σε μια πραγματικά γκρίζα ζώνη στον χώρο των λαϊκών αγορών, που αλλιώς ξεκίνησαν κάποτε και αλλιώς είναι τώρα».
Οι αλλαγές στις συνθήκες παραγωγής, αλλά και οι οικονομικές δυσκολίες, έχουν οδηγήσει αρκετούς παραγωγούς να επιθυμούν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους ως επαγγελματίες πωλητές.
Παράλληλα, αρκετοί που συμμετέχουν στη διαβούλευση ζητούν να υπάρξουν πιο δίκαιες ρυθμίσεις για περιπτώσεις οφειλών. Συγκεκριμένα προτείνεται η αναστολή δραστηριότητας λόγω χρεών να μπορεί να αίρεται όχι μόνο με την πλήρη εξόφληση, αλλά και με τη ρύθμιση των οφειλών. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, θα πρέπει «η ρύθμιση των οφειλών να ενεργοποιεί τα δικαιώματα που αναστέλλονται λόγω οφειλών», ώστε να μην οδηγούνται επαγγελματίες εκτός αγοράς.
Η διαβούλευση περιλαμβάνει και παρεμβάσεις που αναδεικνύουν μια άλλη διάσταση. Εργαζόμενος επί 18 χρόνια σε πάγκο λαϊκής αγοράς περιγράφει τη σχέση που έχει δημιουργηθεί με το επάγγελμα. «Για πολλούς από εμάς, τα χρόνια αυτά αντιστοιχούν στο μισό του εργασιακού μας βίου», σημειώνει, εξηγώντας ότι η απώλεια της δυνατότητας να συνεχίσει κάποιος τη δραστηριότητά του σημαίνει «ουσιαστικά ένα σοβαρό πίσω γύρισμα και απαξίωση μιας πολυετούς επαγγελματικής πορείας».
Αρκετά σχόλια αφορούν τη λειτουργία και τη διοίκηση των αγορών. Υπάρχουν προτάσεις για μεγαλύτερο ρόλο των περιφερειών στη διαχείριση των λαϊκών αγορών, με στόχο πιο ενιαία εφαρμογή των κανόνων. Μάλιστα σε ένα σχόλιο σημειώνεται ότι «οι Δήμοι εφαρμόζουν τον νόμο με διαφορετικές ερμηνείες και προσεγγίσεις, οδηγώντας σε άνιση μεταχείριση πωλητών από περιοχή σε περιοχή».
Άλλοι σχολιαστές υποστηρίζουν ότι πολλές δημοτικές αρχές αντιμετωπίζουν τις αγορές κυρίως ως πηγή εσόδων. Μάλιστα αρκετά σχόλια ζητούν προβλεψιμότητα. Ζητούν να αίρεται η αναστολή όχι μόνο με εξόφληση αλλά και με ρύθμιση οφειλών. Επίσης, να μην εξαρτάται η επαγγελματική άδεια από δημοτική ενημερότητα για άσχετες οφειλές. Ζητούν βελτίωση θέσης πριν από νέες τοποθετήσεις, αποδέσμευση ανενεργών θέσεων και να υπάρξει τεχνική υποστήριξη για την ψηφιοποίηση των διαδικασιών.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και σχόλια πολιτών που επισημαίνουν προβλήματα της καθημερινής λειτουργίας των αγορών. Κάτοικος περιοχής όπου λειτουργεί λαϊκή αγορά εδώ και δεκαετίες περιγράφει δυσκολίες που σχετίζονται με τη στάθμευση, τον θόρυβο και την τήρηση των κανόνων.
Συνολικά 27 από τα 35 σχόλια της διαβούλευσης αφορούν τις λαϊκές αγορές. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι οι λαϊκές αγορές εξακολουθούν να αποτελούν έναν ζωντανό χώρο οικονομικής δραστηριότητας που ζητά ένα σαφέστερο θεσμικό πλαίσιο.