Για τα ανώτατα στελέχη του ομίλου Σαράντη, οι πραγματικές επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζονται μόνο στις τιμές του πετρελαίου αλλά βρίσκονται βαθύτερα στην αλυσίδα παραγωγής, στα πετροχημικά παράγωγα, στις γραμμές εφοδιασμού και σε ένα νέο κύμα αυξανόμενου κόστους που μόλις αρχίζει να γίνεται ορατό.
Μιλώντας στο περιθώριο της ετήσιας γενικής συνέλευσης, ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Γιάννης Μπούρας περιέγραψε τις προκλήσεις των επόμενων μηνών, σκιαγραφώντας μια αγορά η οποία είναι αντιμέτωπη με έντονες δομικές πιέσεις οι οποίες θα αποτυπωθούν από το δεύτερο εξάμηνο και μετά.
«Δεν είναι ενεργειακή κρίση με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται ο κόσμος», σημείωσε. «Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι πρώτες ύλες. Εκεί βρίσκεται η διαταραχή και από εκεί προέρχεται η πίεση».
«Δεν ξέρω πως θα αντιδράσει η αγορά, είναι σε ύπνωση, δεν έχουν αντιληφθεί τι θα γίνει», τόνισε.
Το σημείο καμπής εντοπίζεται στην πλευρά της προσφοράς. Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών, με περισσότερες από δέκα μεγάλες βιομηχανικές μονάδες να έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας ή να έχουν υποστεί ζημιές.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι μονάδες αντιπροσώπευαν έως και το 20%-30% της παγκόσμιας παραγωγής συγκεκριμένων υλικών, δημιουργώντας ένα ντόμινο επιπτώσεων που διαχέεται σε ολόκληρη την αλυσίδα. Από πλαστικές συσκευασίες και καλλυντικά έως αλουμίνιο και βιομηχανικά ενδιάμεσα προϊόντα.
«Μπορεί να λείπει ένα μικρό συστατικό, αλλά αυτό αρκεί για να επηρεάσει την παραγωγή», λέει.
Οι επιπτώσεις αυτές αποτυπώνονται ήδη στο κόστος. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, σύμφωνα με τον κ. Μπούρα, το μεσοσταθμικό κόστος έχει αυξηθεί από 5% σε 8%-9%, ενώ οι τιμές στα πλαστικά έχουν ενισχυθεί έως και 30%, το αλουμίνιο κατά περίπου 50% και τα εξειδικευμένα συστατικά για καλλυντικά κατά 5%-7%.
Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται ακόμη και διπλασιασμοί τιμών. Ωστόσο, το πιο κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το ύψος των αυξήσεων, αλλά η ταχύτητα με την οποία αυτές αναμένεται να περάσουν στην αγορά.
Σε αντίθεση με την περίοδο 2022-2023, όταν η ανατιμήσεις ήταν μεν σημαντικές η μετακύλιση όμως ήταν σταδιακή, τώρα εκτιμάται ότι θα είναι απότομη, κυρίως μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου, με τελικές ανατιμήσεις της τάξης του 3%-7% προς τον καταναλωτή.
Οι επιχειρήσεις εισέρχονται σε αυτή τη φάση με αποθέματα ασφαλείας, συνήθως 2 έως 3 μήνες, γεγονός που σημαίνει ότι οι πιέσεις θα γίνουν άμεσα ορατές. Το βασικό ζήτημα είναι πλέον πόσο από το αυξημένο κόστος μπορεί να απορροφηθεί και πόσο θα μετακυλιστεί στον καταναλωτή, χωρίς να πληγεί η ζήτηση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διοίκηση διατηρεί τους στόχους τόσο του 2026 για τζίρο στα 620 εκατ. ευρώ και EBITDA στα 97 εκατ. ευρώ με δεδομένη την ισχυρή εκκίνηση του πρώτου τριμήνου, όπου οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν σε 147,1% (+3,7%) και τα EBITDA στα 23,3 εκατ. ευρώ (+19,9%). Σε ότι αφορά τη στρατηγική αυτή κινείται παράλληλα εντός και εκτός Ελλάδος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύονται σε μοχλό ανάπτυξης, με την παρουσία να έχει ενισχυθεί σημαντικά μέσω της Amazon και της συνεργασίας με τη Target, που έδωσε νέα κλίμακα στη δραστηριότητα. Στο επίκεντρο βρίσκεται το Carroten, το οποίο εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της διεθνούς ανάπτυξης.
«Το Carroten έχει τη δυναμική να γίνει πραγματικά διεθνές brand», λέει η διοίκηση της εισηγημένης. Σύμφωνα δε με τον κ. Μπούρα, ο τζίρος από το Carroten έχει πενταπλασιαστεί την τελευταία πενταετία από 7 εκατ. ευρώ το 2020 σε 35 εκατ. ευρώ πέρυσι.
Παράλληλα, οι αγορές της Μέσης Ανατολής, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, εμφανίζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Παρά τη μικρή τους ακόμη συμμετοχή στον συνολικό κύκλο εργασιών, θεωρούνται κρίσιμες για τη μελλοντική επέκταση, ιδιαίτερα σε premium κατηγορίες.
Την ίδια στιγμή, ο όμιλος ενισχύει τη θέση του στο κανάλι του φαρμακείου μέσω συνεργασιών όπως αυτή με την Orkla, επεκτείνοντας την παρουσία της σε βιταμίνες, συμπληρώματα και προϊόντα για τη στοματική υγιεινή.
Στο μέτωπο των εξαγορών, αν και υπάρχουν δυνητικές ευκαιρίες που θα μπορούσαν να προσθέσουν έως και 200 εκατ. ευρώ τζίρου, η διοίκηση ξεκαθαρίζει ότι προτεραιότητα είναι η στρατηγική συνάφεια και οι συνέργειες. «Δεν μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη για το μέγεθος. Μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη που δημιουργεί αξία», τονίζει. Αν και δεν υπάρχει κάτι ώριμο στον ορίζοντα ο όμιλος μπορεί να «σηκώσει» 300 εκατ. ευρώ για να στηρίξει εξαγορές.
Έχοντας ήδη ολοκληρώσει σημαντικές επενδύσεις σε Ελλάδα και Πολωνία τα προηγούμενα χρόνια, ο όμιλος εισέρχεται στην επόμενη φάση με ενισχυμένη παραγωγική βάση και νέο επενδυτικό πλάνο 20 εκατ. ευρώ για τη φετινή χρονιά.