Μπροστά σε μια σημαντική αλλαγή βρίσκεται η ευρωπαϊκή αγορά χάλυβα, καθώς τα επόμενα χρόνια οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές αναμένεται να αποκτήσουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των υλικών που χρησιμοποιούνται στα κατασκευαστικά έργα.
Ο χάλυβας χαμηλών εκπομπών άνθρακα, που μέχρι σήμερα αντιμετωπίζεται κυρίως ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, οδεύει προς την καθιέρωσή του ως βασικής προϋπόθεσης για συγκεκριμένες κατηγορίες έργων.
Όπως εξηγεί στο Euro2day.gr ο γενικός διευθυντής της ΣΙΔΜΑ, Μιχάλης Σαμωνάς, το ανθρακικό αποτύπωμα εξελίσσεται πλέον σε τρίτο βασικό κριτήριο επιλογής στις κατασκευές, δίπλα στο κόστος και στον χρόνο υλοποίησης. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέες απαιτήσεις για τους προμηθευτές, αλλά και σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες για όσους εξασφαλίσουν έγκαιρα πρόσβαση σε προϊόντα χαμηλών εκπομπών.
Οι νέοι κανόνες που αλλάζουν την αγορά
Καταλυτικό ρόλο διαδραματίζουν οι ευρωπαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες αναμένεται να επηρεάσουν τόσο τις τιμές όσο και τις προδιαγραφές των κατασκευαστικών υλικών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Industrial Accelerator Act, που παρουσιάστηκε τον Μάρτιο και βρίσκεται σε διαπραγμάτευση. Η πρόταση προβλέπει ότι τουλάχιστον το 25% του χάλυβα σε δημόσιες συμβάσεις και σε έργα που λαμβάνουν δημόσια στήριξη θα πρέπει να είναι χαμηλών εκπομπών, για έργα που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου 2029.
«Για όσους δουλεύουν σε δημόσια έργα, ο χάλυβας χαμηλών εκπομπών θα γίνει σύντομα όρος του διαγωνισμού, όχι απλώς πλεονέκτημα», επισημαίνει ο κ. Σαμωνάς.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων, που έχει ήδη ψηφιστεί, προβλέπει ότι από το 2028 θα πρέπει να υπολογίζεται και να δηλώνεται το ανθρακικό αποτύπωμα σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής των νέων κτιρίων άνω των 1.000 τετραγωνικών μέτρων, με την υποχρέωση να επεκτείνεται σε όλα τα νέα κτίρια από το 2030.
Στο νέο περιβάλλον προστίθεται και ο μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα, γνωστός ως CBAM. Από το 2027 οι εισαγωγείς θα αγοράζουν πιστοποιητικά για τις εκπομπές των προϊόντων που φέρνουν από τρίτες χώρες, και ο εισαγόμενος «γκρι» χάλυβας εκτιμάται ότι θα επιβαρυνθεί κατά 50 έως 100 ευρώ τον τόνο.
Ο κίνδυνος στενότητας στην πρώτη ύλη
Ωστόσο, η αυξανόμενη ζήτηση για πράσινο χάλυβα δημιουργεί ένα σημαντικό ερώτημα σχετικά με την επάρκεια των πρώτων υλών.
Σύμφωνα με τον κ. Σαμωνά, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις αφορά το σιδηρομετάλλευμα υψηλής καθαρότητας, το οποίο είναι απαραίτητο για την παραγωγή άμεσα ανηγμένου σιδήρου (DRI), μιας τεχνολογίας που αναπτύσσεται διεθνώς για τη μείωση των εκπομπών στη χαλυβουργία.
Όπως αναφέρει, έχουν ήδη ανακοινωθεί 54 σχετικά έργα παγκοσμίως, συνολικής δυναμικότητας περίπου 134 εκατομμυρίων τόνων ετησίως. Εφόσον υλοποιηθούν, η ζήτηση για κατάλληλο σιδηρομετάλλευμα θα μπορούσε να αυξηθεί από περίπου 48 εκατομμύρια τόνους σήμερα σε 190 εκατομμύρια τόνους.
Την ίδια στιγμή, μόλις το 30% της σημερινής προσφοράς αυτού του σιδηρομεταλλεύματος διατίθεται ελεύθερα στην αγορά, γεγονός που ενδέχεται να εντείνει τον ανταγωνισμό για την εξασφάλιση πρώτων υλών.
Κατά τον γενικό διευθυντή της ΣΙΔΜΑ, ο πράσινος χάλυβας κινδυνεύει έτσι να αποτελέσει έναν περιορισμένο και στρατηγικής σημασίας πόρο, με την πρόσβαση στην αλυσίδα προμήθειας να αποκτά καθοριστική σημασία για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Πόσο ακριβότερος είναι ο πράσινος χάλυβας
Η μετάβαση στον χάλυβα χαμηλών εκπομπών συνοδεύεται από πρόσθετο κόστος, το οποίο καλούνται να συνυπολογίσουν οι κατασκευαστικές εταιρείες και οι επενδυτές.
«Στα πλατέα προϊόντα το premium είναι σήμερα περίπου 100 με 200 ευρώ τον τόνο ανάλογα με τον προμηθευτή και τις τεχνολογίες που χρησιμοποιεί, δηλαδή γύρω στο 10–20% πάνω από τον συμβατικό χάλυβα, ανάλογα με το προϊόν και με το πόσο χαμηλό είναι το αποτύπωμα. Στα μακρά προϊόντα, που παράγονται ήδη κυρίως από scrap σε ηλεκτρικούς φούρνους, η διαφορά είναι μικρότερη. Στην Ελλάδα κινούμαστε στα ίδια επίπεδα με την υπόλοιπη Ευρώπη», εξηγεί ο κ. Σαμωνάς.
Το κόστος όμως φαίνεται διαφορετικά σε επίπεδο κτιρίου. «Ο πράσινος χάλυβας είναι ακριβότερος ανά τόνο, αλλά σε ένα τυπικό μεταλλικό κτίριο η επιβάρυνση είναι γύρω στο 1% του συνολικού κόστους του έργου».
Για τα επόμενα χρόνια, εκτιμά ότι η διαφορά θα κλείνει σταδιακά. «Θα κλείνει και από τις δύο πλευρές. Ο συμβατικός χάλυβας θα ακριβαίνει, γιατί από το 2027 οι εισαγωγείς πληρώνουν CBAM και ταυτόχρονα μειώνονται τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών των ευρωπαϊκών χαλυβουργιών. Ο πράσινος θα γίνεται φθηνότερος όσο μπαίνει νέα παραγωγή. Δεν περιμένω όμως να μηδενιστεί η διαφορά στα προϊόντα με το χαμηλότερο αποτύπωμα, γιατί εκεί η πρώτη ύλη θα είναι λίγη».
Σύμφωνα με τον κ. Σαμωνά, η ζήτηση δεν θα καθορίζεται αποκλειστικά από περιβαλλοντικά κριτήρια. Οι εταιρικοί στόχοι για τη μείωση των εκπομπών, οι νέες κανονιστικές απαιτήσεις, η ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση για έργα χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος και οι απαιτήσεις των τελικών πελατών αναμένεται να ενισχύσουν την εμπορική σημασία των συγκεκριμένων προϊόντων.
Εκτιμά μάλιστα ότι μέσα στα επόμενα χρόνια οι τεχνικές προδιαγραφές των έργων θα περιλαμβάνουν συγκεκριμένες κατηγορίες εκπομπών για τον χάλυβα, κατά τρόπο ανάλογο με τις μηχανικές προδιαγραφές που χρησιμοποιούνται σήμερα.
Η ΣIΔΜΑ και το παράδειγμα του Ελληνικού
Η συγκεκριμένη μετάβαση έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται και στην ελληνική αγορά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ολοκληρωμένο τουριστικό συγκρότημα με καζίνο της Hard Rock στο Ελληνικό, το οποίο κατασκευάζεται από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Για τον πύργο ύψους 200 μέτρων και 44 ορόφων, το podium και τους συνεδριακούς χώρους χρησιμοποιούνται 11.000 τόνοι πράσινου χάλυβα, τους οποίους προμήθευσαν η ΣIΔΜΑ και η ΕΛΑΣΤΡΟΝ.
«Ο πράσινος χάλυβας δεν είναι κάτι που θα έρθει κάποτε στην Ελλάδα. Είναι ήδη εδώ, σε ένα από τα μεγαλύτερα έργα της χώρας, με ελληνική αλυσίδα προμήθειας», σημειώνει ο κ. Σαμωνάς.
Για τη ΣΙΔΜΑ, τα προϊόντα χαμηλών εκπομπών αντιπροσωπεύουν σήμερα ακόμα μικρό ποσοστό, αλλά μεγαλώνει. Το Ελληνικό έδειξε ότι η ζήτηση υπάρχει όταν το ίδιο το έργο το ζητά. Συνεργαζόμαστε με την ArcelorMittal όπως και τα άλλα μεγάλα steel service centers της χώρας φαντάζομαι, με στόχο όταν οι δημόσιοι διαγωνισμοί αρχίσουν να το ζητούν, να έχουμε ήδη διαθέσιμο πιστοποιημένο προϊόν», αναφέρει.
Το παράδειγμα αναδεικνύει τη σημασία που αποκτούν οι εταιρείες εμπορίας και διανομής χάλυβα στη νέα πραγματικότητα, καθώς η δυνατότητα εξασφάλισης πιστοποιημένων προϊόντων χαμηλών εκπομπών αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό στοιχείο διαφοροποίησης.
Το ερώτημα για την ελληνική αγορά είναι πλέον πόσο γρήγορα η ζήτηση θα επεκταθεί από τα μεγάλα, εμβληματικά κατασκευαστικά έργα στην ευρύτερη οικοδομική δραστηριότητα και ποιες επιχειρήσεις θα βρίσκονται σε θέση να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις.