Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Θεσσαλονίκη: 100 χρόνια από την έναρξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου

Η συνεισφορά των ξένων στρατών στη διαμόρφωση του πολιτιστικού «γίγνεσθαι» της πόλης.

  • Real.gr
Θεσσαλονίκη: 100 χρόνια από την έναρξη του Α Παγκόσμιου Πολέμου
Στην πόλη με ...«τον μεγαλύτερο συνωστισμό σ όλη την οικουμένη», τη «βαλκανική Μασσαλία», το «νέο Πορτ Σάιντ με αλεξανδρινή απόχρωση», «θαλάσσιο μαργαριτάρι της Ανατολής», «εξαίσια οπτασία που διαπερνιέται απο εκατοντάδες μιναρέδες, οι οποίοι μοιάζουν με γιγαντιαία κεριά που πλαισιώνουν αυτη την ακίνητη πομπή των σπιτιών κι όλων των υπόλοιπων ανθρώπινων μνημείων», στην «κοσμοπολίτικη μυρμηγκοφωλιά, όπου ο πληθυσμός ενώθηκε με τρόπο που εκπλήσσει με τα τόσο ετερόκλητα στοιχεία των γαλλο-αγγλικών στρατευμάτων»... (αποσπάσματα απο ημερολόγια και αναφορές ξένων στρατιωτών της στρατιάς της Ανατολής).

...Στην πόλη αυτή ...«όπου συνωστίζονται τόσα δείγματα της ανθρωπότητας, το περιβάλλον ειναι εξίσου περίεργο με το πλήθος. Η αρχαία πύλη που ονομάζεται αψίδα του Αλεξάνδρου (εννοεί μάλλον την αψίδα του Γαλερίου ο Γάλλος στρατιωτικός -απόσπασμα κειμενου του οποίου ειναι το παραπάνω) ο Λευκός Πύργος, μεσαιωνικός, στεφανωμένος με επάλξεις, τζαμιά, βυζαντινές εκκλησιές και συναγωγές, σούκ και παζάρια, χάρμα οφθαλμών αν όχι και όσφρησης

...Η ανατολή στις μεγάλες δόξες της και μαζί ο κραυγαλέος μοντερνισμός των αναρίθμητων κινηματογράφων...».

...Στην πόλη όπου «Στου Φλόκα, απο τις 8 το πρωί ως τις 11 το βραδυ ειναι μια απο τις πιο γραφικές και ζωντανές γωνιές του κόσμου». .... «Πραγματικά πνίγεται κανείς στους καπνούς και τον ήχο των γλωσσικών ιδιωμάτων της γής.

Υπάρχουν αντιπρόσωποι του κάθε συμμαχικού στρατού. Αγγλίδες νοσοκόμες, Έλληνες αξιωματικοί, ναύτες όλων των χωρών, δημοσιογράφοι, Αμερικανοί ρεπόρτερς, Τούρκοι με φέσι, έμποροι μα και απατεώνες κάθε λογής...».

Εκτός απο τους συμμάχους και τους ξένους ανταποκριτές υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη την εποχή εκείνη και πλήθος ανεπίσημων ξένων με αποστολές λιγό - πολύ «αδιαφανείς», οι οποίοι συγκέντρωναν πληροφορίες που χρειαζόταν. «Για τον κατάσκοπο η Θεσσαλονίκη ειαι ο παράδεισος» αναφέρει ο W.C.Price.

...Στην πόλη αυτή, όπου «Η καθημερινή εικόνα της Θεσσαλονίκης εμπλουτίστηκε με καινούργιες γραφικότητες. Εντύπωση έκαναν στους Θεσσαλονικείς και οι Μαροκινοί Ζουάβοι, καθώς και οι Αναμίτες με τα λοξά μάτια και τα βαμμένα σκούρα δόντια από το μάσημα κάποιου φυτού της πατρίδας τους. Όλοι αυτοί υπηρετούσαν στο γαλλικό στρατό.

Ακόμη μαζί τους ήταν μαύροι Σενεγαλέζοι, του γαλλικού αποικιακού στρατού της Αφρικής. Οι Εβραίοι, λόγω της γαλλομάθειας τους, έγιναν γρήγορα οργανικό στοιχείο των γαλλικών στρατευμάτων και μισθώνονταν από τις γαλλικές στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι Άγγλοι ήταν το άλλο μεγάλο κομμάτι του συμμαχικού αποσπάσματος στην πόλη.
 
Οι Έλληνες περιέβαλαν τα «ξανθιά παιδιά με ρόδινα μάγουλα πάντοτε ξυρισμένα» με αρκετή συμπάθεια…» (Γ.Βαφόπουλος - Σελίδες αυτοβιογραφίας).

Στην πόλη της ...«εφημεριδογραφικής Βαβέλ», όπου κυκλοφορούσαν 15 ξενόγλωσσες εφημερίδες την ημέρα με 77.000 φύλλα.

Στην πόλη «απέραντο στρατόπεδο, όπου μυρμιγκιάζουν μέσα στο χακί όλες οι φυλές του Ισραήλ» (Στρ.Μυριβήλης).

Στην πόλη αυτή - θέατρο μαχών, «σκάλα ανεφοδιασμού» των στρατιωτών για τα ενδότερα, πόλη - Κεντρο ψυχαγωγίας - ΚΨΜ της Ευρώπης του Μεγάλου Πολέμου, όταν οι ξένοι φαντάροι δεν πολεμούσαν, όταν ...όπως κάποιες μέρες σαν εκείνη «...Μια μέρα του Οκτώβρη του 1918 κατά την οποία δεν συνέβη τίποτε / και γι αυτό το πολεμικό δελτίο ειδήσεων ήτανε πολύ περιληπτικό / με τα λόγια: "Ουδέν νεώτερον απο το δυτικό μέτωπο"...», όταν δεν διάνοιγαν και κατασκεύαζαν το νέο λιμάνι, δεν άνοιγαν δρόμους, δεν δίδασκαν νέες μορφές γεωργίας και καλλιεργειών, δεν συνωστίζονταν στα καφέ και τα καμπαρέ της παραλίας, δεν γεωγραφούσαν και δεν φωτογράφιζαν, δεν τραγουδούσαν τα...θρυλικά «Tipperary» των Άγγλων και «Madelon» των Γάλλων, εσκαβαν και αποκάλυπταν για πρώτη ίσως φορά το έπος της Μακεδονικής Γής. Ήταν οι πρώτοι σε πολλές περιπτώσεις ανασκαφείς αρχαιολόγοι της.

Αρχαιολογία στα μετόπισθεν

«Αρχαιολογία στα μετόπισθεν» ήταν ο τίτλος μεγάλης - αποκαλυπτικής για την αρχαιολογική και αρχαιογνωστική ιστορία της πόλης έκθεσης που ολοκληρώθηκε μόλις πριν έναν μήνα, έπειτα απο διετή σχεδόν παρουσία στο αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Η «Αρχαιολογία στα μετόπισθεν» ήταν αυτή που διεξήγαγαν «βρίζοντας» στα γαλλικά, τα αγγλικά, τα ρώσικα και τα σέρβικα ξένοι φαντάροι - ένστολοι - μέλη της Αντάντ στο πλαίσιο των στρατιωτικών καθηκόντων τους (διάνοιξη αναγκαίων χαρακωμάτων για τις ανάγκες των πολεμικών συρράξεων) αλλά και κατ' εντολήν των ανωτέρων τους στο πλαίσιο του λεγόμνου «ειρηνικού έργου» της στρατιάς της Ανατολής στον μακεδονικό χώρο (έργα υποδομής, υδροδότηση, αγροτική εκπαίδευση, ιατρική μέριμνα, εκπαιδευτικό έργο, φωτογραφικές αποτυπώσεις και τέλος αρχαιολογικές έρευνες).

Εν αγνοία τους στις περισσότερες περιπτώσεις οι ...Άγγλοι, Γάλλοι και Ρώσοι στρατιώτες, μέλη των συμμαχικών στρατευμάτων, καταστάθηκαν οι πρώτοι αρχαιολόγοι - ανασκαφείς της Βόρειας Ελλάδας.
 
Και τα χαρακώματα που διάνοιγαν στη μακεδονική γη για τις ανάγκες των πολεμικών συρράξεων είναι οι πρώτες αρχαιολογικές «σωστικές» ανασκαφές στην περιοχή.

Η «Αρχαιολογία στα μετόπισθεν» (κατά τον τίτλο της έκθεσης) είναι αυτή που έκαναν τυχαία οι απλοί (Γάλλοι, Άγγλοι και Ρώσοι) σκαπανείς, ή παράλληλα με το πολεμικό τους καθήκον οι εξειδικευμένοι (αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, ιστορικοί) ένστολοι - μέλη της Αντάντ, και η οποία ουσιαστικά εγκαινίασε την αρχαιολογική έρευνα στη Βόρεια Ελλάδα της ταραγμένης δεκαετίας 1912-1922.

Μέρος των ευρημάτων άλλοτε με την έγκριση της αρχαιολογικής υπηρεσίας και άλλοτε όχι και διοχέτευαν αρκετά από τα κινητά ευρήματα προς διάφορα μουσεία της ανατολής ή της δύσης.

Για τις επίσημες ανασκαφικές έρευνες των συμμαχικών δυνάμεων συνάπτεται μια συμφωνία βάσει της οποίας τόσο οι Γάλλοι όσο και οι Βρετανοί μοιράζονται με την ελληνική πλευρά τα ευρήματα.

Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του Έλληνα εφόρου, ύστερα από την υπογραφή του κοινού πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταφέρθηκαν αρκετές αρχαιότητες στο μουσείο του Λούβρου και στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ σημαντικός αριθμός ταφικών συνόλων διαιρέθηκε και αντικείμενα από τον ίδιο τάφο (Ανασκαφή) βρέθηκαν στο Λούβρο ή το Βρεττανικό και το υπόλοιπο μέρος να βρίσκεται και να φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης....

Για την... ιστορία

Την παράδοση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου του 1912) στους Έλληνες ακολούθησαν για την πόλη πλήθος προβλημάτων υψηλής πολιτικής προέλευσης, αλλά και καθημερινής ζωής, εν μέσω μάλιστα εδαφικών και πολιτικών βλέψεων στην πόλη και την περιοχή της γειτονικής Βουλγαρίας, αλλά και της «μεγαλοδύναμης» Αυστροουγγαρίας.

Ακολούθησε η εγκατάσταση του Κωνσταντίνου Ρακτιβάν ως πολιτικού διοικητή της Θεσσαλονίκης, έξι μήνες αργότερα (Μάρτιος 1913) η δολοφονία του Βασιλιά Γεώργιου (στις αρχές της σημερινής ομώνυμης οδού, όπου έκανε τον περίπατο του) και τέλος η έναρξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου (Ιούλιος 1914), η οποία απλώς επέτεινε την αλληλουχία δραματικών γεγονότων που βίωνε η πόλη.

Οι συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσσία) προέκριναν έπειτα απο αμφιταλαντεύσεις τη δημιουργία ενός «μακεδονικού μετώπου» έναντι των κεντρικών δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία).
 
Υπό το πρίσμα αυτό προκρίθηκε η Θεσσαλονίκη ως ο πλέον κατάλληλος τόπος στη βάση του οποίου μπορούσε να δημιουργηθεί το νέο μέτωπο.

Παράλληλα όμως, στο επίπεδο της πολιτικής ελληνικής σκηνής υπήρχε ο φιλογερμανισμός του βασιλιά Κωνσταντίνου αντιπρατιθέμενος με τη φιλικά προσκείμενη προς την Αντάντ πολιτική του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Απότοκος της κατάστασης υπήρξε ο ...έκτοτε εθνικός διχασμός που εφερε τη Θεσσαλονίκη και πάλι στο προσκήνιο ελληνικών, αλλά και περιφερειακών εξελίξεων.

Έναντι των ελληνικών αμφιταλαντεύσεων, υπερίσχυσαν τα συμφέροντα της Αντάντ η οποία αποβίβασε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης 160.000-200.000 στρατιώτες.

Στον αριθμό προστέθηκαν και χιλιάδες Σέρβοι στρατιώτες, οι οποίοι μετα την κατάκτηση της χώρας τους μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Η παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων στην πόλη μολονότι είχε κατα κύριο λόγο στρατιωτικό χαρακτήρα επέφερε κι αλλες παράλληλες επιπτώσεις.

Κατά την παραμονή τους στη Θεσσαλονίκη οι συμμαχικές δυνάμεις προχώρησαν στη δημιουργία πλήθους έργων υποδομής, ενώ δραστηριοποιήθηκαν σε πολλούς άλλους τομείς.

Η οδοποίια η ύδρευση, οι αγροτικές καλλιέργειες, το εμπόριο και η βιομηχανία, η υγιεινή, η εκπαίδευση, αλλά και οι αρχαιολογικές έρευνες αποτέλεσαν αντικείμενα ενασχόλησης των συμμαχικών δυνάμεων.

Η παρουσία ανάμεσα στο πλήθος των στρατιωτών παντός είδους αξιόλογων επιστημόνων ασφαλώς και υπήρξε θετική για την πόλη σε επίπεδο λαογραφικό, πολιτιστικό και περιηγητικό, καθως σ αυτούς οφείλεται εν πολλοίς η διάσωση της όψης που είχε προσλάβει η πολύβουη εκσυγχρονιζόμενη Θεσσαλονίκη.

Παράλληλα οι καθημερινές ανάγκες παντός είδους των χιλιάδων στρατιωτών τόνωσαν την τοπική οικονομία, η οποία με τα συντρηπτικά πλήγματα που ειχε υποστεί στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, γνώριζε πλέον ημέρες ευημερίας.

«Στις τάξεις των Γάλλων στρατιωτών της συμμαχικής στρατιάς υπηρετούν αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες μηχανικοί, βυζαντινολόγοι ζωγράφοι, αλλά και φωτογράφοι (η φωτογραφική υπηρεσία της Στρατιάς με επικεφαλής τον Παρισινό κινηματογραφιστή Κάρολο Ντελά, έδρευε σε βίλα της λεωφόρου των Εξοχών - σημερινή Βασιλίσσης Όλγας) που μελέτησαν και απεικόνισαν τα γνωστά μνημεία της πόλης, αλλά ανακάλυψαν κι άλλα....

...Οι Αγγλογάλλοι με μακρύ αποικιοκρατικό παρελθόν αισθάνονται ότι τους δίνεται η ευκαιρία πέραν της καθαρά πολεμικής τους αποστολής να δείξουν στους ντόπιους και τα καλά του ευρωπαϊκού πολιτισμού, να φέρουν την πρόοδο και τη σύγχρονη τεχνολογία στις περιοχές αυτές που είχαν υποφέρει από τη μακραίωνη Άγνοια και παραμέληση». (Μαρκ Μαζάουερ).

Την ίδια εποχή ομάδες το στρατού της ανατολής (Armee de l Orient) και του Βρεττανικού στρατού (British Forse Army) στελεχωμένες απο επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων επιδίδονται σε ποικίλες έρευνες άλλοτε με την έγκριση της αρχαιολογικής υπηρεσίας και άλλοτε όχι και διοχετεύουν αρκετά από τα κινητά ευρήματα προς διάφορα μουσεία της ανατολής ή της δύσης.

Η έκθεση των ευρημάτων από τα... μετόπισθεν

Οι εκθεσιακές ενότητες, εκτός από τα αρχαιολογικά αντικείμενα της συλλογής του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, περιελάμβαναν αυθεντικά έγγραφα από το Ιστορικό Αρχείο του Μουσείου και της ΙΣτ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων, το Αρχείο της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, το Αρχείο της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, φωτογραφίες και επιστολικά δελτάρια από το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, το αρχείο Χάρη Γιακουμή Editions Kallimages, το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, το αρχείο Δημήτρη Μαυρίδη, τη συλλογή Alexandre Farnoux, το Imperial War Museum του Λονδίνου και το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και πίνακες ζωγραφικής από την Πινακοθήκη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, αντικείμενα από τη Συλλογή Βασιλείου Νικόλτσιου, επιλεγμένα αποσπάσματα από το ντοκιμαντέρ «Το πανόραμα του αιώνα» (σκηνοθεσία Φώτος Λαμπρινός - Λέων Λοΐσιος, παραγωγή ΕΡΤ).

Και γιατί πίνακες ζωγραφικής; Μα, ανάμεσα στους στρατιώτες της Αντάντ υπήρχαν και Γάλλοι (κυρίως) επαγγελματίες και ερασιτέχνες ζωγράφοι, οι οποίοι στην ανάπαυλα των μαχών έστηναν τα καβαλέτα τους και απαθανάτιζαν τοπία από τη «μαγευτική όριεντ», μέσα από τα οποία ξεπροβάλλουν συχνά τούμπες, μαρμάρινες κολόνες και ογκώδεις σαρκοφάγοι, κεραμικά θραύσματα και θρυμματισμένα αγάλματα.

Ανάμεσά τους ο Γάλλος Emile Gerlach που αποβιβάστηκε στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1917 όντας ...δεκανέας ιππικού. Ετών 42. Επιστρέφοντας στη Γαλλία ύστερα απο παραμονή περίπου 70 ημερών στη Μακεδονία (αρχικά «περιοδεύει» στους νομούς Ημαθίας και Πέλλας και στη συνέχεια του ανατίθεται η... φύλαξη ενός «εναπομείναντα» Τούρκου στρατηγού στη Θεσσαλονίκη.

Ζωγραφίζει συνολικά περισσότερα από 160 έργα (κυρίως ακουαρέλλες). Μόλις στα 1982 η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών έκανε γνωστή την ύπαρξή του παρουσιάζοντας 47 από τα έργα του...

Ο Λευκός Πύργος και το πρώτο Μουσείο

Μπορεί ο Λευκός ή «Πύργος του αίματος» να λειτούργησε ως φρούριο ή ως φυλακή επί οθωμανικής περιόδου, μουσείο όμως (όπως είναι και σήμερα) έγινε για πρώτη φορά το 1916, προκειμένου να στεγάσει τα ευρήματα της βρετανικής δύναμης της Θεσσαλονίκης.

Καθώς μάλιστα παρέμενε υπό τον ελεγχο των ελληνικών στρατιωτικών Αρχών μετά την άφιξη των δυνάμεων της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη, θεωρήθηκε ως ο κατάλληλος χώρος για τη στέγαση του μουσείου της βρετανικής δύναμης υπό την επιμέλεια αρχικά του ανθυποπλοίαρχου Ernest Gardner, καθηγητή Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
 
Το 1918 η συλλογή της βρετανικής στρατιάς μεταφέρθηκε στο βρετανικό αρχηγείο στο Παπάφειο Ορφανοτροφείο σε ειδικό κτίριο που κατασκευάστηκε στον κήπο του.

...Οι αργόσχολοι «αρχαιολάγνοι» στρατιώτες

«Το 1919 συμφωνήθηκε μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του στρατηγού Milne - αρχιστράτηγου του βρετανικού στρατού στη Μακεδονία ότι η συλλογή (της βρετανικής στρατιάς) έπρεπε να δωρηθεί στη Βρετανία.

Με τον τρόπο αυτόν και παρά το γεγονός ότι πολλοί από όσους είχαν εμπλακεί πίστευαν ότι τα αντικείμενα έπρεπε να παραμείνουν στην Ελλάδα και να εκτεθούν στη Θεσσαλονίκη, η συλλογή αρχαιοτήτων που συστάθηκε από τον βρετανικό στρατό στάλθηκε στο Βρετανικό Μουσείο» σημειώνει στο κείμενό του για τον δίγλωσσο κατάλογο της έκθεσης για την «Αρχαιολογία στα μετόπισθεν» ο Βρετανός αρχαιολόγος Andrew Shapland - επιμελητής της συλλογής Εποχής του Χαλκού του τμήματος Ελληνικών και Ρωμαικών αρχαιοτήτων του Βρετανικού Μουσείου.

Στο ίδιο μουσείο φυλάσσεται σήμερα η συλλογή της βρετανικής δύναμης της Θεσσαλονίκης που αποτελείται από περίπου 3.000 αντικείμενα (όστρακα, γλυπτά, επιγραφές, κτερίσματα και κοσμήματα) από τη νεολιθική ως την ελληνιστική περίοδο).

Ανασκαφή Τσαουσίτσας

Η Τσαουσίτσα ειναι το παλιό ονομα μιας θέσης κοντα στη σημερινή κωμόπολη της Ποντοηράκλειας του Κιλκίς. Τα ευρήματα της περιοχής ανάγονται στην πλειονότητά τους στην Εποχή του Σιδήρου.

Η ανεύρεση των πρώτων ταφών υπήρξε τυχαία και έγινε κατά τη διάρκεια ανασκαφής χαρακωμάτων από Βρετανούς στρατιώτες της στρατιάς της Ανατολής τον Δεκέμβριο του 1917.

Η Τσαουσίτσα (Chauchitza που στη συνέχεια αποδόθηκε ως Chauchitsa και ετυμολογήθηκε απο τον τουρκικό και σλαβικό συνδυασμό λέξεων που σημαίνει ...«ο τόπος του λοχία») υπήρξε σταθμός σιδηροδρομικός της γραμμής Θεσσαλονίκης - Κωνσταντινούπολης που βρισκόταν ακριβώς πίσω απο τις στρατοπεδευμένες γραμμές του μετώπου της Δοϊράνης, το οποίο βομβαρδιζόταν ανελέητα από τον Δεκέμβριο του 1915 μέχρι και τις 21 Σεπεμβρίου του 1918.
 
Όπως ήταν φυσικό, η βρετανική δύναμη επιχείρησε την εκσκαφή χαρακωμάτων.

Η εκσκαφή έφερε στο φως μπρούτζινα και σιδερένια κοσμήματα (οκτώσχημες πόρπες, βραχιόλια, περόνες) αγγεία, όπλα και γυάλινα αντικείμενα.
 
Τα πρώτα ευρήματα αποτέθηκαν στο British Salonica Force Museum (Μουσείο των Βρετανικών Στρατιωτικών Δυνάμεων) υπό την ευθύνη του ανθυποπλοίαρχου Gardner και στη συνέχεια του ταγματάρχη Wade και του λοχαγού Casson.
 
Είναι ο λοχαγός Casson που επέστρεψε στην αρχαιολογική θέση το Απρίλιο του 1921, συνέχισε την ανασκαφή και χρόνια αργότερα δημοσίευσε κατάλογο και σχόλια των ευρημάτων υπό τον προσωρινό τίτλο «μακεδονικά χαλκά».

Η Τούμπα της Θεσσαλονίκης

«Στρατοπεδέψαμε σ΄έναν λόφο έξω από την πόλη. Τούμπα τον λένε. Θλιβερός, δίχως νερό τόπος, δίχως δέντρα.
 
Δίπλα μας άλλα στρατόπεδα» (Στρατής Μυριβήλης - «Η ζωή εν τάφω») - Στην περιοχή (σημερινή Ανω Τούμπα μέχρι και τη γέφυρα της Τριανδίας) στρατοπέδευαν οι Γάλλοι, νοτιότερα οι Ιταλοί, καθώς και ο ελληνικός «Ορχός αυτοκινήτων Τούμπας».

Ο πρώτος αρχαιολόγος που περιγράφει διεξοδικά τη θέση («μιλά» σε δημοσιεύματα για τη στρωματογραφία της περιοχής) είναι ο Γάλλος αρχαιολόγος Leon Rey, στα 1917 οπότε και «μιλά» για την «Τούμπα της Καλαμαριάς».

Ο ίδιος Γάλλος αρχαιολόγος «μιλά» από το 1917 για τους τάφους του 6ου και 5ου π.Χ, τάφους που εντόπισε μαζί με τα εκατοντάδες ευρήματα (κοσμήματα, οπλα, ειδώλια και πλούσια κεραμική).

Το τοπίο στην περιοχή άλλαξε πολύ. Από το 1917 η περιοχή κατοικήθηκε απο άστεγους της μεγάλης πυρκαγιάς και την πενταετία 1920-25 από πρόσφυγες του Καυκάσου, του Πόντου και της Μικράς Ασίας που «έκρυψαν» τον αρχαιολογικό χώρο εν μέσω πολυώροφων πολυκατοικιών. Έως το 1984, οπότε και άρχισε η ανασκαφική έρευνα στην περιοχή από το ΑΠΘ.

Καραμπουρνάκι

Βασικός πυρήνας της αρχαίας Θέρμης που ανασκάπτεται συστηματικά από το 1994. Στην περιοχή στρατοπέδευσαν την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου γαλλικές, αγγλικές και ρωσικές συμμαχικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στο μακεδονικό μέτωπο.

Επιλεγμένα ευρήματα, κυρίως κοσμήματα, όπλα, μεταλλικά αγγεία, κεραμική, στάλθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου τον Δεκέμβριο του 1917 και τα υπόλοιπα παραδόθηκαν στον τότε έφορο αρχαιοτήτων Ευστράτιο Πελεκανίδη.
 
Τα αντικείμενα των γαλλικών ανασκαφών εκτέθηκαν για πρώτη φορά ως σύνολα (αφού συνενώθηκαν με τα ελληνικά, που στάλθηκαν στο Παρίσι) για τη μεγάλη έκθεση για τον Αλέξανδρο και την Αρχαία Μακεδονία (Οκτώβριος 2011 - Ιανουάριος 2012).

Ο ...«Ζενεράλ Βεντρεντί», το ...τουλούμ αβέκ καλαμάκ και ...ολίγα γαλλικά

«Ο πόλεμος συνήθως είναι μια οδυνηρή αναγκαιότητα και φέρνει μαζί του τρομερές μάστιγες. Αλλά στα χέρια του κάθε λαού, αυτό το κακό μπορεί να μεταβληθεί σε δημιουργική βάση για το μέλλον, καθώς και σε ισχυρό παράγοντα ανανέωσης.

Έτσι, λοιπόν, η δυστυχία και οι απώλειες επανορθώνονται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων που ο πόλεμος προκαλεί, αφανίζοντας τη ρουτίνα και δημιουργώντας συγχρόνως πολιτιστικά έργα, εκεί όπου το βάρος ενός μακρού τραγικού παρελθόντος εμπόδιζε την ελεύθερη άνθηση της ζωής...

Αυτές οι αρχές εφαρμόστηκαν κυρίως στη Μακεδονία. Όπως όλες οι περιοχές σε περίοδο πολέμου...

Έτσι και η Μακεδονία υπέφερε επί τρία χρόνια, Ορισμένα μάλιστα από τα πλούσια εδάφη της που έχουν απελευθερωθεί, φέρουν και θα φέρουν για πολύ καιρό ακόμα, τα στίγματα μιας προσωρινής, αλλά μη δημιουργικής κατοχής.

Αντίθετα, οι περιοχές που κατελήφθησαν το 1915 από τα συμμαχικά στρατεύματα θα γνωρίσουν κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου πολύ καλές μέρες, καλύτερες από αυτές που το μεγαλύτερο μέρος της Ιστορίας κάλυψε.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Μακεδονία θα αναπνεύσει, θα εργαστεί και θα μάθει πράγματα που αγνοούσε, που δεν θα ξεχάσει ποτέ πια...» (μετάφραση από το αρχικό κείμενο - εισαγωγή ενός φυλλαδίου υπό τον τίτλο «L' oeuvre civilisatrice de l' armee Francaise en Macedoine» - ένθετο στη γαλλική εφημερίδα L΄ indipendant της εποχής).

Το ένθετο εντόπισε, μετέφρασε και παραθέτει σε ειδικό κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο «Η γαλλική στρατιά στη Θεσσαλονίκη - Το ειρηνικό έργο στη Μακεδονία 1915-1918» ο φιλόλογος - μελετητής του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης Αντώνης Σατραζάνης. Το βιβλίο κυκλοφόρησε προ διετίας από τις εκδόσεις University Studio Press.

Γαλλοσπουδαγμένος και...επικεντρωμένος στη γαλλική παρουσία στη Θεσσαλονίκη, ο συγγραφέας παραθέτει στα κεφάλαια του βιβλίου (με το πλούσιο εικονογραφικό υλικό στα εκπαιδευτικά ιδρύματα των Γάλλων (το Lusee ιδρύθηκε το 1906 επί οθωμανικής αυτοκρατορίας στην πόλη), τον κοσμοπολιτισμό, την περιοχή Ζεϊντελικ (στο νεκροταφείο του είναι θαμμένοι, πλην των άλλων εθνικοτήτων, 8.089 Γάλλοι στρατιώτες) τη συμμετοχή των συμμάχων στα αθλητικά γεγονότα, τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και τον αρχιτέκτονα - πολεοδόμο Ερνέστο Εμπράρ, ο οποίος υπηρετούσε εκείνη την εποχή στις αρχαιολογικές υπηρεσίας του γαλλικού στρατού.

Εννέα είναι και τα κεφάλαια του ενθέτου φυλλαδίου (διαστάσεων 13Χ18 εκατοστών) υπό τον τίτλο «Το πολιτιστικό έργο της Γαλλικής Στρατιάς στη Μακεδονία» - (μελέτη δημοσιευμένη από «ανεξάρτητος» - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1918 Θεσσαλονίκη 1918, τιμή δρχ 1)!

Το κείμενο, όπως αναφέρει ο μελετητής - συγγραφέας, παρουσιάζει ιδιαίτερο γλωσσολογικό ενδιαφέρον, καθώς προσιδιάζει σε στρατιωτικού περιεχομένου ανάλογα κείμενα ...

Όσο για το σύνολο του γοητευτικού βιβλίου; «Μιλά» με αποσπάσματα περιγραφών ξένων και Ελλήνων στρατιωτικών της εποχής, «μιλά» για το ειρηνικό κυρίως κλίμα, παραθέτει ανέκδοτα στιγμιότυπα ζωής με χαρακτηριστικό το παρακάτω:

...Ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, που αντικατέστησε στην πόλη μας τον Παναγιώτη Δαγκλή, ήταν σεμνός και ικανός στρατιωτικός. Είχε όμως τη λόξα να νομίζει πως ξέρει τα γαλλικά και συστηνόταν «ζενεράλ Βεντρεντί». Κάποτε, σε γεύμα που δόθηκε στον Λευκό Πύργο, ο αρχιστράτηγος της Ανατολικής Στρατιάς Φρανσέ ντ' Εσπερέ ζήτησε να του εξηγήσουν ποιο είναι το μουσικό όργανο γκάιντα. Προθυμοποιήθηκε να τον φωτίσει ο παρευρισκόμενος γαλλομαθέστατος λοχαγός Στέφανος Σαράφης, αλλά παρενέβη ο Παρασκευόπουλος και είπε:
 
«Άσε παιδί μου να εξηγήσω εγώ στον στρατηγό». Γύρισε μετά στον ντ' Εσπερέ και με παραστατικές χειρονομίες του είπε: «Γκάιντα μον ζενεράλ, ετ εν γκραν τουλούμ αβέκ εν πτι καλαμάκ», δηλαδή η γκάιντα είναι ένα μεγάλο τουλούμι μ' ένα καλαμάκι…

Ο Ντ' Εσπερέ επιστράτευσε την παροιμιώδη γαλατικήν ευγένεια κι έδωσε τέλος στη συζήτηση.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο