Στις αρχές Μαΐου του 2010, η Ελλάδα είχε κάπου 3 δισ. ευρώ στο ταμείο της και έπρεπε να πληρώσει κοντά στα 10 δισ. ευρώ σε τοκοχρεολύσια τους κατόχους των ομολόγων της λίγες μέρες αργότερα. Η αγορά δεν τη δάνειζε και η τότε κυβέρνηση αναγκάσθηκε να απευθυνθεί στην ΕΕ και στο ΔΝΤ για δάνειο, το οποίο συνοδεύθηκε με πρόγραμμα λιτότητας.Το Φθινόπωρο του 2013, ένας οικονομολόγος του ΔΝΤ γνωστοποιούσε σε συνάντηση με τους επικεφαλής δημοσίων φορέων ότι «τα μαγαζιά» τους είχαν συνολικά απόθεμα ρευστότητας μερικών δισ. ευρώ. Το είχε υποτιμήσει. Το απόθεμα ήταν ακόμη μεγαλύτερο και ανερχόταν σε λίγες δεκάδες δισ. ευρώ, όπως γνωρίζουμε σήμερα.
Στις αρχές Μαΐου του 2010, οι δημόσιοι φορείς εκτιμάται ότι είχαν συνολικά 20-40 δισ. ευρώ, τα οποία θα μπορούσαν να δανείσουν στην κεντρική κυβέρνηση για να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια. Η χρεοκοπία δεν θα είχε πιθανόν αποφευχθεί τελικά, αλλά η χώρα θα είχε αγοράσει χρόνο για να πάει σε μνημόνιο με καλύτερους όρους.
Έτσι, η Ελλάδα έγινε η πρώτη χώρα που χρεοκόπησε τον Μάιο του 2010 αν και είχε τα λεφτά, γιατί δεν ήξερε η δεξιά του κράτους τι ποιούσε η αριστερά.
Από τότε έχει κυλήσει νερό στο αυλάκι και όλοι σχεδόν επαινούν τη χώρα για την πρόοδο που έχει κάνει στα δημοσιονομικά της. Όμως, ένα μελανό σημείο παραμένει.
Τα «φέσια» του κράτους προς τους ιδιώτες προμηθευτές του παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Κι αυτό παρά τις δεσμεύσεις για μηδενισμό τους, που είχε αναλάβει η χώρα στο παρελθόν και τις εκκλήσεις του ΥΠΕΘΟ προς τους φορείς του δημοσίου για επιτάχυνση των πληρωμών. Ο υφυπουργός κ. Πετραλιάς έστειλε πρόσφατα οδηγίες προς τους φορείς για την ταχύτερη τακτοποίηση των οφειλών τους, απειλώντας με αυξημένη εποπτεία και «κακή» δημοσιότητα.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έφθασαν τα 3,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, στερώντας ρευστότητα από τους ιδιώτες προμηθευτές των φορέων, οι οποίοι παρέδωσαν έργο αλλά δεν πληρώθηκαν.
Ο λόγος δεν είναι ούτε ότι το δημόσιο δεν έχει λεφτά να πληρώσει ούτε ότι θα αυξηθεί το έλλειμμα του προϋπολογισμού, όπως ισχυρίζονται πολλοί. Ο προϋπολογισμός του 2025 θα είναι πλεονασματικός ξανά και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές (άνω των 90 ημερών) του δημοσίου καταγράφονται στο χρέος.
Επομένως, οι πραγματικοί λόγοι για τις καθυστερήσεις στις πληρωμές είναι άλλοι. Μ’ αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι δεν θα υπάρχει κάποιο υπόλοιπο ληξιπρόθεσμων χρεών, καθώς υπάρχουν καθυστερήσεις λόγω διαφωνιών για το ύψος των πληρωμών αλλά και περιπτώσεις όπου υποβλήθηκαν ελλιπή δικαιολογητικά.
Όμως, ο κύριος λόγος είναι οι γραφειοκρατικές διαδικασίες για τις πληρωμές στο δημόσιο. Και αυτό γιατί μια πληρωμή μπορεί να χρειασθεί πολλές εγκρίσεις και υπογραφές από πολλούς υπηρεσιακούς παράγοντες.
Επομένως, η μείωση των υπογραφών και η επιβολή χρονικών ορίων για κάθε στάδιο της διαδικασίας που θα συνοδεύονται από κυρώσεις για τις υπηρεσίες που κωλυσιεργούν θα βοηθούσαν. Αυτό προϋποθέτει ξεκάθαρους νόμους και κανονισμούς, γιατί διαφορετικά οι υπάλληλοι θα ζητάνε πολλές εγκρίσεις για να μοιράσουν την ευθύνη σε περισσότερους.
Όπως και η επιτάχυνση του συμψηφισμού οφειλών μεταξύ του δημοσίου και των εταιρειών που χρωστάνε στο δημόσιο.
Η υποχρέωση των ιδιωτών να υποβάλλουν ηλεκτρονικά τιμολόγια για όλες τις δουλειές που κάνουν με το δημόσιο -κάτι που νομίζουμε ότι προβλέπουν οι οδηγίες Πετραλιά- θα συνέβαλε επίσης στην επιτάχυνση των πληρωμών. Επίσης, η δημιουργία μιας κεντρικής γραμμής για την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Όμως, υπάρχουν κι άλλα ζητήματα όπως οι πληρωμές που συνδέονται με απευθείας αναθέσεις χωρίς διαγωνισμό. Κι αυτό γιατί μπορεί κάλλιστα το Ελεγκτικό Συνέδριο να μπλοκάρει την πληρωμή, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της ανάθεσης λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης από τις υπηρεσίες. Οι τελευταίες μπορεί να το κάνουν για να καλύψουν επείγουσες ανάγκες ή για πολιτικά ρουσφέτια.
Σε γενικές γραμμές, οι προμηθευτές που έχουν παραδώσει το έργο με τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και εντός των χρονικών ορίων δεν θα πρέπει να τιμωρούνται για τα λάθη και τις καθυστερήσεις των κρατικών υπηρεσιών και τις διοίκησης. Μόνο έτσι θα περιορισθούν δραστικά οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.