Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Απεβίωσε η Γουίνι Μαντέλα, η πρώην σύζυγος του Νέλσονα Μαντέλα

Στο νοσοκομείο Μίλκπαρκ του Γιοχάνεσμπουργκ άφησε την τελευταία της πνοή.

Απεβίωσε η Γουίνι Μαντέλα, η πρώην σύζυγος του Νέλσονα Μαντέλα
Η Γουίνι Μαντέλα, η πρώην σύζυγος του εκλιπόντος πρώην προέδρου της Νοτίου Αφρικής Νέλσονα Μαντέλα, απεβίωσε σήμερα, σε ηλικία 81 ετών, σε νοσοκομείο του Γιοχάνεσμπουργκ, από τις επιπλοκές μιας «μακροχρόνιας ασθένειας», ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος τύπου της.

«Με μεγάλη θλίψη ενημερώνουμε το κοινό ότι η Γουίνι Μαντικιζέλα Μαντέλα απεβίωσε στο νοσοκομείο Μίλκπαρκ του Γιοχάνεσμπουργκ σήμερα 2α Απριλίου» δήλωσε ο Βίκτορ Ντλαμίνι.

Τα πρώτα χρόνια

Η Νομζάμο Μαντικιζέλα γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1936 στο Ανατολικό Ακρωτήριο της Νοτίου Αφρικής, που τότε λεγόταν ακόμη Τρανσκέι. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής της Ιστορίας και η ίδια ονειρευόταν να σπουδάσει κοινωνική λειτουργός, ειδικευμένη στα παιδιά- γι' αυτό και, το 1953 άφησε τη γη της φυλής των Ζόσα, για το Γιοχάνεσμπουργκ. Την εποχή των σπουδών της γνώρισε το νέο δικηγόρο Νέλσονα Μαντέλα, που μόλις έβγαινε από έναν αποτυχημένο γάμο. Πέρασαν δύο χρόνια γνωριμίας πριν ενωθούν με τα δεσμά του γάμου και της ιστορίας.



Ήταν η εποχή που οι δικηγόροι της φίρμας "Μαντέλα και Τάμπο" μπαίνανε για τα καλά στον αγώνα κατά ενός νέου, ρατσιστικού νόμου του λευκού Εθνικού Κόμματος, σε ισχύ από το 1948, πουέγινε γνωστός ως Απαρτχάιντ. Ο Νέλσον Μαντέλα ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει με όλες του τις δυνάμεις κατά του νόμου αυτού, αλλά χωρίς να χρησιμοποιήσει βία. Επηρεασμένος από τον αγώνα και τις μεθόδους του Μαχάτμα Γκάντι, έκλεινε τον κύκλο που είχε ανοίξει δεκαετίες πριν στη λευκή Ρωσία ο άνθρωπος που ενέπνευσε τον Γκάντι, ο Λέων Τολστόι, ακολουθώντας την προδιαγεγραμμένη πορεία που ακόμη μια φορά οδήγησε στη νίκη από το δύσκολο δρόμο.

Η φυλάκιση του Μαντέλα

Η Νομζάμο, που τώρα πια συστηνόταν ως Γουίνι Μαντέλα, από την αρχή στάθηκε στο πλευρό του. Μόνο που τα σχεδόν τριάντα χρόνια που πέρασε ο Νέλσον Μαντέλα στη φυλακή - από το 1964 ως το 1990- άλλαξαν τη Γουίνι πολύ περισσότερο απ' ότι άλλαξαν εκείνον.

Τα πρώτα χρόνια φυλάκισης του Νέλσονα, σήμαιναν περιορισμούς, ψυχικά βασανιστήρια, απομόνωση και για κείνη. Οι αρχές ασφαλείας της λευκής ρατσιστικής κυβέρνησης ήταν πάντα πρόθυμες να ανακρίνουν, ταλαιπωρήσουν, διώξουν τη γυναίκα του Μαντέλα, όχι μόνον γιατί δεν αρνήθηκε ποτέ να τον εγκαταλείψει αλλά και γιατί, καθώς τα χρόνια περνούσαν και διαφαίνονταν η πιθανότητα πολύχρονης κράτησης, η Γουίνι άρχισε να γίνεται όλο και πιο δραστήρια, να εμπλέκεται όλο και περισσότερο στον αγώνα για ισονομία. Οι φτωχοί, οι αδύναμοι, οι διωκόμενοι φτάνουν στην πόρτα της και τη βρίσκουν ανοικτή. Είναι πια "η Μάνα του Έθνους".

Η φυλάκισή της το 1969, για 17 μήνες, η εξορία σε απομονωμένες περιοχές της χώρας που ακολούθησε και η πίστη της στο σύζυγό της και την υπόθεση της άρσης του Απαρτχάιντ την έφεραν έντονα στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Έγινε διεθνές σύμβολο του γυναικείου αγώνα, της πεισματικής, παθητικής αντίστασης των μαύρων της Νοτίου Αφρικής.

Η υπόθεση των σωματοφυλάκων της

Ώσπου, το 1988, φάνηκε πως η αντίσταση δεν ήταν και τόσο παθητική: στοιχεία την συνέδεαν με την απαγωγή και κακοποίηση τεσσάρων ανηλίκων, ένας εκ των οποίων - χαφιές στα 14 του χρόνια- είχε δολοφονηθεί από τον επικεφαλής των σωματοφυλάκων της.

Αρκετοί από την σωματοφυλακή της Γουίνι αποδείχθηκε ότι ήταν εκτελεστές των εντολών λαϊκών δικαστηρίων. Στην σωματοφυλακή αυτή ανήκαν νεαροί που η ίδια είχε θελήσει να αναλάβει - παιδιά με άσχημη παιδική ηλικία, που εύρισκαν καταφύγιο στο σπίτι της Γουίνι και έμπαιναν στο δυναμικό της "Ποδοσφαιρικής Ομάδας Μαντέλα Γιουνάιτεντ".

Βρίσκονταν γύρω της για να την προστατεύουν και για να υπακούουν τις εντολές της, ταγμένοι στον αγώνα κατά του Απαρτχάιντ. Κάποιοι έγιναν "το οπλισμένο χέρι των αδυνάτων". Πολλές ενδείξεις λένε πως, αυτό τους ζητούσε η Γουίνι.

Τα καρφιά των αρχών και όσοι συνεργάζονται με τη ρατσιστική κυβέρνηση Μπόθα καταδικάζονται από λαϊκά δικαστήρια και εκτελούνται -από σωματοφύλακες και άλλους - φορώντας το "κολιέ": μια σαμπρέλα αυτοκινήτου γεμάτη βενζίνη, περασμένη στο στήθος, έτσι που να ακινητοποιεί τα χέρια τους και να μη μπορούν να απαλλαγούν από αυτήν, την ώρα που οι εκδικητές της έβαζαν φωτιά. Η Γουίνι Μαντέλα ήταν η μόνη εκ των αγωνιστών του Αφρικανικού Κογκρέσου που δημοσίως επαίνεσε αυτή τη μέθοδο τιμωρίας των προδοτών.





Όταν ο Νέλσον Μαντέλα βγήκε από τη φυλακή, η Γουίνι στάθηκε ισότιμα στο πλευρό του. Μεταξύ των φτωχότερων υποστηρικτών του Αφρικανικού Κογκρέσου, του κόμματος που ανήκαν και οι δύο Μαντέλα, αλλά και των πιο ακραίων και μιλιταριστικών στοιχείων, είχε αυτόνομη θέση ηρωίδας.

Και μετά την κατάρρευση του Απαρτχάιντ, η υπόθεση του δολοφονημένου ανήλικου την κυνηγούσε. Το 1991 καταδικάστηκε στην καταβολή προστίμου για την υπόθεση της δολοφονίας, ενώ ήδη είχαν αρχίσει να ακούγονται πολλά και για άλλες υποθέσεις δολοφονίας μαύρων, που είχαν προδώσει στις αρχές του Απαρτχάιντ πρόσωπα και πράγματα συνδεόμενα με τον αγώνα του Αφρικανικού Κογκρέσου.

Κάθοδος στην πολιτική

Το 1993, η Γουίνι αποφάσισε να κατέβει για βουλευτής, μετά την εκλογή της στην προεδρία της Ένωσης Γυναικών του Κογκρέσου. Εξελέγη και ανέλαβε το υφυπουργείο Πολιτισμού, το 1994, στην πρώτη διαφυλετική κυβέρνηση της χώρας, υπό τον σύζυγό της. Οι σχέσεις τους ήταν πια ανύπαρκτες - από το 1992 δεν τους συνέδεαν συζυγικοί δεσμοί, το 1996 οριστικοποίησαν το χωρισμό τους. Ακόμη και στους απλούς παρατηρητές ήταν πια εμφανές ότι οι δυό τους είχαν πάρει τελείως διαφορετικούς δρόμους, όχι μόνο σε προσωπικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο.

Το 1995 ο σύζυγός της την έδιωξε από την κυβέρνηση, καθώς οι φήμες που την ήθελαν επικεφαλής του δικτύου νεαρών μαύρων "σωματοφυλάκων", που αναλάμβαναν να εκτελέσουν τους προδότες, πλήθαιναν συνεχώς.

Το 1999 επανεξελέγη βουλευτής, για να παραιτηθεί το 2003, μετά την καταδίκη της για απάτη: το δικαστήριο δέχθηκε πως, με δόλιους τρόπους είχε καταφέρει να αποσπάσει δάνεια από τράπεζες, τα οποία δεν επέστρεψε ποτέ και είχε διαθέσει σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Οι εχθροί της παραφράζουν το "Μάνα του Έθνους" σε "Μάσα του Έθνους"*. Ο ενθουσιασμός τους δεν κρατά πολύ: ένα χρόνο αργότερα οι κατηγορίες ήρθησαν, καθώς η Γουίνι μπόρεσε να αποδείξει πως δεν είχε κρατήσει δεκάρα για τον εαυτό της: όλα τα χρήματα είχαν πάει υπέρ αδυνάτων.

Για τους οπαδούς της - όλο και πιο ένθερμους- ήταν ένας θηλυκός Ρομπεν των Δασών που δικαίως αποφάσισε να πάρει το νόμο στα χέρια του. Για τους εχθρούς της, ήταν μια απατεώνισσα και κατόρθωσε πολλές φορές να γλιτώσει, αλλά δεν μπόρεσε μέχρι τέλους να κρύψει το αληθινό της πρόσωπο. Η ίδια επέμεινε και επιμένει στην θέση που είχε διατυπώσει από τη δεκαετία του 1960 ακόμη: οι εχθροί της δεν ορρωδούν προ ουδενός. "Πρόκειται για μια πολυετή καμπάνια λάσπης εναντίον μου, η οποία κρατάει πάνω από 30 χρόνια".

Ακόμη και σήμερα, η Γουίνι Μαντέλα παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα στην νεότερη ιστορία της Αφρικής. Οι υποστηριχτές της ανήκουν στους βασανισμένους, αδύναμους και φτωχούς της Νοτίου Αφρικής.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο