Κόντρα ξέσπασε την Πέμπτη στη Βουλή μεταξύ της κυβέρνησης και του ΚΚΕ τόσο για την περαίωση, όσο και για τις κινητοποιήσεις των ιδιοκτητών φορτηγών.
Ο υπουργός Οικονομικών υπεραμύνθηκε των αποφάσεων της κυβέρνησης για το θέμα των κινητοποιήσεων και κάλεσε το ΚΚΕ να αναλάβει κι εκείνο τις ευθύνες του.
Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου τόνισε σε έντονο ύφος ότι «δεν είναι δυνατόν μια ομάδα να παίρνει στα χέρια της ολόκληρη την κοινωνία και να την κρατάει όμηρο».
Την Τετάρτη, ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, επιχείρησε να πείσει το ακροατήριό του, πως η περαίωση δεν ομοιάζει με τις αντίστοιχες του παρελθόντος, καθώς πλέον ο φορολογούμενος «θα απαλλαγεί από την διαπραγμάτευση με τις κατά τόπους Δ.Ο.Υ.», ενώ και οι εφοριακοί, θα απαλλαγούν απ’ το καθήκον «να κυνηγάνε εταιρείες που πολλές φορές δεν υπάρχουν, αντί για χρήσεις που τρέχουν».
Η συζήτηση του νομοσχεδίου στην Επιτροπή Οικονομικών, έμελε παρά ταύτα, να είναι έντονη εξ αρχής, με την αντιπολίτευση να διαμαρτύρεται για την επιλογή εισαγωγής νομοσχεδίου με τον χαρακτήρα του «κατεπείγοντος» για δέκατη φορά μέχρι τώρα.
Πέραν των διαδικαστικών ζητημάτων ωστόσο, τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα ο Δ. Παπαδημούλης (ΣΥΡΙΖΑ), κατήγγειλαν μετ’ επιτάσεως την δυνατότητα υπαγωγής στην ρύθμιση, επιχειρήσεων που έχουν λάβει πλαστά και εικονικά τιμολόγια, ή έχουν εκδώσει εικονικά, ακόμα κι αν έχουν τζίρο πάνω από 20 εκ. ευρώ (ένα όριο που τίθεται στο νομοσχέδιο εν γένει), ή έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο - κι ακόμα κι αν έχουν ελεγχθεί και καταδικαστεί πρωτόδικα.
«Ο κος υπουργός οφείλει να μας εξηγήσει, γιατί μπήκε η τροποποίηση, ποιους αφορά, και με πόσα θα καθαρίσουν αυτοί οι κύριοι. Γιατί δεν μπορώ να δεχτώ ότι κάποιος που δεν έκοψε μια απόδειξη 5 ευρώ μπορεί να πάει φυλακή και οι άλλοι μπαίνουν στην φορολογική αμνηστία» ανέφερε ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, προκαλώντας την εντονότατη διαμαρτυρία του υπουργού Οικονομικών, που διέκρινε ακόμα και «ποινικές» συνέπειες για τον καταγγέλλοντα βουλευτή, εφόσον δεν στοιχειοθετήσει τις καταγγελίες του.
Το κλίμα αποφορτίστηκε αργότερα, με τον κο Παπακωνσταντίνου να τονίζει, πως οι επιχειρήσεις με τζίρο άνω των 20 εκ. ευρώ που υπάγονται στη ρύθμιση, δεν είναι οι εκδίδουσες πλαστά τιμολόγια (οι οποίες μάλιστα, δεν απαλλάσσονται από την ποινική δίωξη), αλλά εκείνες που λαμβάνουν πλαστά και εικονικά τιμολόγια εν αγνοία τους, ή εκδίδουν εικονικά - και τις οποίες, δεν έχουν συλλάβει οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών, αλλά οικειοθελώς προσέρχονται να τα δηλώσουν (στην περίπτωση αυτή, επιβαρύνονται με φόρο 55% της αξίας τους αν είναι Α.Ε. και 40% αν είναι Ε.Π.Ε.).
Ο κος Παπακωνσταντίνου επικαλέστηκε συνταγματικές επιταγές για τις εξαιρέσεις που έθεσε, ενώ στο τέλος της συνεδρίασης, προκειμένου όπως τόνισε, να μην υπάρχουν υπόνοιες σχετικά με τις προθέσεις του υπουργείου, προσέθεσε ρητή αναφορά, πως για τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει μη νόμιμα τιμολόγια, ή έχουν εκδώσει εικονικά, για να υπαχθούν στην περαίωση δεν θα πρέπει να έχει βεβαιωθεί πρόστιμο από τις φορολογικές αρχές και δεν θα πρέπει να βρίσκονται σε διαδικασία ελέγχου. Παρά ταύτα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, επέμειναν στις αντιρρήσεις τους.
Σε ό,τι αφορά την καρδιά του νομοσχεδίου, οι περισσότεροι των βουλευτών, εκφράστηκαν κριτικά έως αρνητικά για τις περαιώσεις, θεωρώντας πως εν γένει «επιβραβεύουν τους φοροφυγάδες». Από κει και πέρα ωστόσο, οι βουλευτές της συμπολίτευσης, αναγνώρισαν το έκτακτο των δημοσιονομικών περιστάσεων. Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Στάθης Κουτμερίδης, υπογράμμισε ότι για να ελεγχθούν οι εκκρεμούσες φορολογικές υποθέσεις, θα χρειάζονταν πάνω από δέκα χρόνια και τόνισε πως «δεν χαριζόμαστε σε κανέναν φοροφυγά και κακοπληρωτή, αλλά προχωράμε και σε νέους ελέγχους - και ποτέ το ΣΔΟΕ δεν ήταν τόσο δυνατό όπως σήμερα».