
Η εταιρεία για τις ιδιωτικοποιήσεις Treuhand, η οποία συνεστήθη ακριβώς για να αποκρατικοποιεί περιουσιακά στοιχεία στην Ανατολική Γερμανία, αναφέρεται από τον πρόεδρο των υπουργών Οικονομικών της 17μελούς Ευρωζώνης και πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ «ως ένα μοντέλο της γερμανικής αποτελεσματικότητας» που μπορεί να βοηθήσει στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης χρέους.
Όμως η πυρετώδης πώληση βιομηχανικών μονάδων στην Ανατολική Γερμανία - μέσα σε τέσσερα έτη πουλήθηκαν συνολικά 14.000 εταιρείες - μπορεί να μην αποτελέσει ένα τόσο φωτεινό παράδειγμα για την Ελλάδα, δεδομένου ότι η Treuhand ολοκλήρωσε την ιστορία της με περίπου 170 δισ. δολάρια χρέος, αντί των προσδοκώμενων 900 δισ. δολαρίων κέρδους.
Το ελληνικό κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα ψήφισε να συσταθεί μια εταιρεία για τις αποκρατικοποιήσεις στο πλαίσιο των προγραμμάτων λιτότητας με την έγκριση της ΕΕ και του ΔΝΤ. Ο Γιούνκερ, όπως και οι Ολλανδοί πολιτικοί ηγέτες, επανειλημμένως αναφέρθηκε στην Treuhand ως «μια πηγή έμπνευσης» για την περίπτωση της Ελλάδας.
Η Treuhand επί τέσσερα έτη έκανε με πολύ ταχύ ρυθμό τις πωλήσεις των περιουσιακών στοιχείων στην Ανατολική Γερμανία, εγκατεστημένη στην έδρα της Luftwaffe στην Ανατολική Γερμανία, την οποία είχε παραγγείλει να οικοδομηθεί ο ίδιος ο Χέρμαν Γκαίρινγκ. Η εν λόγω εταιρεία εν μέσω υποσχέσεων ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της στη διάρκεια του 1990. Κατέλιπε όμως αθρόα χρέη, τα οποία ήταν η «κληρονομιά» για την απώλεια 2,5 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, αλλά και την αποβιομηχανοποίηση ευρέων γεωγραφικών ζωνών στην Ανατολική Γερμανία.
Βέβαια, υφίστανται διαφορές ανάμεσα στην κατάσταση στην Ανατολική Γερμανία, την ώρα που ο κομμουνισμός διαδιδόταν στην Ανατολική Ευρώπη, και την κρίση που έχει σήμερα εκδηλωθεί στην Ελλάδα. Όμως, οι οικονομολόγοι συμφωνούν στο ότι η γερμανική εμπειρία είναι διδακτική αναφορικά με την κατάσταση στην Ελλάδα.
«Μπορεί να μην χρησιμεύσει ως το καλύτερο μοντέλο για την Ελλάδα, όμως η Treuhand πράγματι βρέθηκε μπροστά σε σωρεία απρόσμενων και δυσάρεστων εκπλήξεων κι αυτό μπορεί να συμβεί και στην Ελλάδα», προϊδέασε ο Γιούργκεν Μίχαελ, επικεφαλής για την Ευρωζώνη της Citigroup. Ο ίδιος τονίζει: «Η ομοιότητα έγκειται στο ότι η Ελλάδα θα αποκρατικοποιήσει ένα πάρα πολύ μεγάλο 'πακέτο' περιουσιακών της στοιχείων. Η άγνωστη ερώτηση σχετικά προέρχεται από το ποιες ακριβώς είναι οι 'κρυφές' αξίες προκειμένου περί αυτών των περιουσιακών στοιχείων της Ελλάδας. Πολλά ερωτηματικά υπάρχουν, ειδικά όσον αφορά τις 'προβληματικές' επιχειρήσεις που πουλιούνται».
Ζημιά αντί κέρδους
Τελικά, στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη έκπληξη προκάλεσε το χάσμα, ανάμεσα στις αρχικές εκτιμήσεις αναφορικά με το ποια ήταν η αξία της κρατικής βιομηχανίας της Ανατολικής Γερμανίας και με το εκπληκτικό συνολικό ποσό που κόστισε στην ενωμένη Γερμανία η αποκρατικοποίηση των κρατικών εταιρειών της Ανατολικής Γερμανίας.
Η Ανατολική Γερμανία υπήρξε από τις ισχυρότερες στην Ανατολική Ευρώπη την εποχή του Ψυχρού πολέμου και ο Δυτικογερμανός Ντέτλεβ Ρόβεντερ που επελέγη ως ο πρώτος επικεφαλής της Treuhand εμπιστευτικώς προέβλεψε τεράστια 'ευκαιριακά' κέρδη από την πώληση των βιομηχανικών ομίλων στην Ανατολική Γερμανία.
«Το όλον πράγμα αξίζει περίπου 600 δισ. γερμανικά μάρκα (300 δισ. ευρώ), είχε δηλώσει τότε ο Ρόβεντερ, που τοποθετήθηκε από τον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ στο αξίωμα στη διάρκεια του 1990. Η Treuhand υπήρξε το πνευματικό τέκνο των ακτιβιστών για τα πολιτικά δικαιώματα που ανέτρεψαν το κομμουνιστικό καθεστώς, αλλά εναντιώθηκαν στην επανένωση με τη Δυτική Γερμανία.
Έτσι, στις αρχές του 1990, οι ακτιβιστές πρότειναν να συσταθεί μια υπηρεσία και να αποκρατικοποιήσει την κρατική περιουσία, η αξία της οποίας εκτιμήθηκε τότε στο 1,4 τρισ. γερμανικά μάρκα (700 δισ. ευρώ), διανέμοντας τα κέρδη στον πληθυσμό στην Ανατολική Γερμανία.
Η εν λόγω εταιρεία είχε στη διάθεσή της το χρόνο μόνο από την πρώτη Μαρτίου έως την 30ή Ιουνίου 1990, επειδή αμέσως μετά μεσολάβησαν οι μεγάλοι κλυδωνισμοί που προήλθαν από τη νομισματική ένωση Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας, δυσχεραίνοντας το έργο της.
Με πρωτοβουλία της δυτικογερμανικής κυβέρνησης, το γερμανικό μάρκο - με την ισοτιμία ένα προς ένα - έγινε από την πρώτη Ιουλίου 1990 το κοινό νόμισμα, την ώρα όμως που η αγορά είχε διαμορφώσει από την πλευρά της αυτήν την ισοτιμία στο 5 (ανατολικογερμανικά) προς ένα (δυτικογερμανικό).
Το γεγονός αυτό σώρευσε ένα τεράστιο βάρος πάνω στα δυσθεώρητα κόστη-χρέη των ανατολικογερμανικών βιομηχανιών, που είχε να αποκρατικοποιήσει η Treuhand. Επιπλέον, οι ανατολικογερμανικές εταιρείες έχαναν τις αγορές τους στην Ανατολική Ευρώπη, την ώρα που το καταναλωτικό κοινό στην Ανατολική Γερμανία επιζητούσε τη δυτική τεχνολογία και τεχνογνωσία.
Την 3η Ιουλίου 1990 ο Ρόβεντερ ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του, σχεδόν αμέσως συγκέντρωσε πολλούς επικριτές στην Ανατολική Γερμανία, οι οποίοι εστίαζαν στο χαρακτηρισμό «το ανάλγητο πρόσωπο του δυτικού καπιταλισμού». Έγιναν μαζικές διαδηλώσεις με αιχμή του δόρατος την καλπάζουσα ανεργία.
Το 1991, ο Ρόβεντερ δολοφονήθηκε και θεωρήθηκε ότι οι δράστες ανήκαν στον χώρο της Αριστεράς. Διάδοχός του ήταν η Μπίργκιτ Μπρόιελ, πρώην υπουργός Οικονομικών στο κρατίδιο της Κάτω Σαξωνίας. Με τη διακοπή λειτουργίας της Treuhand, τα χρέη της συμποσούνταν στα 270 δισ. γερμανικά μάρκα, δηλαδή 135 δισ. ευρώ.
Στις παραγωγικές μονάδες που η Treuhand αποκρατικοποίησε το 1990 απασχολούνταν τέσσερα εκατομμύρια Γερμανοί. Μόλις 1,5 εκατομ. Γερμανοί απασχολούνταν σε αυτές, όταν ολοκληρώθηκε ο «βίος» της Treuhand.
Η βιασύνη κάνει τη ζημιά, διδάσκει η Γερμανία
Οι αποτυχίες που σημείωσε η Treuhand αποδόθηκαν στην κληρονομιά της αναποτελεσματικής, γραφειοκρατικής, κομμουνιστικής οικονομίας, ενώ οι σπάνιες επιτυχίες της καταλογίστηκαν στην ομάδα των αφοσιωμένων μάνατζερ από τη Δύση, που παραμέρισαν τις σταδιοδρομίες τους βοηθώντας το έργο της γερμανικής ανασυγκρότησης.
«Θα έλεγα ότι η Treuhand πέτυχε τους στόχους της σε μια ευρεία κλίμακα, έκανε πραγματικά καλή δουλειά κάτω από δυσχερείς συνθήκες στην έναρξη της δεκαετίας του ‘90», αναφέρει σήμερα ο Φέρντιναντ Φίστνερ, επικεφαλής των οικονομολόγων στο ινστιτούτο οικονομικών ερευνών DIW που εδρεύει στο Βερολίνο.
«Έκανε, λοιπόν, πάρα πολλές ιδιωτικοποιήσεις μέσα σε λίγα χρόνια και η αρνητική γι’ αυτήν εικόνα εδράζεται σε λόγους που την ξεπερνούν αυτήν καθ’ εαυτήν ως εταιρεία. Οι εταιρείες της Ανατολικής Γερμανίας απώλεσαν τους επιχειρηματικούς τους εταίρους, όταν εκμηδενίστηκε η ζήτηση για τα ανατολικογερμανικά προϊόντα από την περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης», ο ίδιος εξηγεί και προσθέτει: «Κακώς, εκτιμώ προσωπικά, αυτό καταλογίστηκε στην Treuhand, όπως δηλαδή συνέβη και με την πολύ μεγάλη ανεργία».
Στην Ανατολική Γερμανία με αφετηρία το 1990 το ποσοστό ανέργων ήταν το διπλάσιο της Δυτικής Γερμανίας για πολύ μεγάλο χρόνο, πριν να υποχωρήσει αυτό τον καιρό στο 10,9% του ενεργού πληθυσμού. Από την πλευρά του ο Γιεργκ Κρέμερ, επικεφαλής οικονομολόγος στην Commerzebank, κρίνει ότι είναι δύσκολο να συγκριθεί η Treuhand και η αποστολή της με τη σημερινή πραγματικότητα στην Ελλάδα.
«Είναι ένα διαφορετικό θέμα. Η Treuhand δεν προσπάθησε να πουλήσει περιουσιακά στοιχεία στο υψηλότερο εφικτό τίμημα και πρωταρχικά δεν την απασχολούσε η επίπτωση στον κρατικό προϋπολογισμό. Αποστολή της υπήρξε, συγκεκριμένα, να πουλήσει διάσπαρτες κρατικές κομμουνιστικές εταιρείες, με την ελπίδα να ξαναφτιαχτούν στο μέλλον, να ανασυγκροτηθούν, να εξυγιανθούν. Η Ελλάδα, όμως, έχει έναν εντελώς διαφορετικό στόχο».
Εκ νέου ο Φίστνερ τρέφει ελπίδες ότι θα υπάρξει επιβράδυνση στο ελληνικό πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, για το οποίο έχει αναφερθεί ότι μία κρατική μονάδα θα αποκρατικοποιείται κάθε 10 ημέρες και ότι τα πράγματα θα γίνουν πιο πολύ κοντά στο μοντέλο της Treuhand. Μάλιστα, ο ίδιος προέβλεψε στο μέλλον κέρδη από τις αποκρατικοποιήσεις μικρά, σε σχέση με τα οφέλη από πρόσφατα ιδιωτικοποιηθείσες εταιρείες, ώστε αυτές να καταστούν αποτελεσματικές. Και συνοψίζει:
«Τα έσοδα δεν θα είναι επαρκώς ουσιώδη, ώστε να μειωθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος. Στο δικό μου μυαλό, η ελκυστικότερη όψη μιας Υπηρεσίας στην Ελλάδα στο μοντέλο της Treuhand είναι ότι θα μπορεί να επιβραδύνει το χρονοδιάγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων». «Εάν, λοιπόν, οι χρηματαγορές γνωρίζουν ότι η Ελλάδα είναι με την πλάτη στον τοίχο και θα προωθήσει τις πωλήσεις στον ορίζοντα έτους - ή και μικρότερου χρόνου - τότε οι αξίες θα καταστραφούν. Φανερά, (οι Έλληνες) θα εισπράξουν περισσότερα, αν δεν βιαστούν και, αντιθέτως, κάνουν τις πωλήσεις τους μέσα σε λίγα χρόνια».