Tο γεγονός ότι τις πρώτες δέκα ημέρες του 2026 είχαμε τόσο έντονες γεωπολιτικές εξελίξεις που κατά το παρελθόν θα χρειάζονταν χρόνια για να γίνουν, αποτελεί σαφή ένδειξη για το πόσο πυκνό σε αλλαγές θα είναι το τρέχον έτος και το πόσο μεγάλος βαθμός αβεβαιότητας χαρακτηρίζει το διεθνές περιβάλλον.
Και αν τα μέχρι τώρα φετινά γεωπολιτικά γεγονότα δεν προκάλεσαν αναταράξεις στις κεφαλαιαγορές, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν θα το κάνουν αυτά που θα ακολουθήσουν. Κόντρα σ’ αυτή την αβεβαιότητα, οι περισσότεροι αναλυτές δηλώνουν συγκρατημένα αισιόδοξοι, προβλέποντας πως έχουμε μπροστά μας μια αρκετά καλή χρονιά για την ελληνική οικονομία και ένα ακόμη έτος θετικών αποδόσεων για το Χρηματιστήριο της Αθήνας.
Τα εξασφαλισμένα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, τα νοικοκυρεμένα δημοσιονομικά στοιχεία, οι συμπαθητικοί δείκτες P/E και κυρίως οι δεκάδες εταιρείες που διαθέτουν ισχυρή ρευστότητα και έχουν πρόθεση να προχωρήσουν σε εξαγορές, αποτελούν το οπλοστάσιο των αισιόδοξων επενδυτών.
Στην ουσία, από τη μια πλευρά οι αναλυτές μιλούν για νέα άνοδο στο ΧΑ επικαλούμενοι το «βασικό σενάριο», από την άλλη πλευρά ωστόσο φαίνεται να έχουμε μπροστά μας μια σειρά κινδύνων που αντιστρατεύονται το βασικό σενάριο. Σε κάθε περίπτωση, κανένας επενδυτής δεν βγήκε χαμένος σε βάθος χρόνου, από την προσεκτική επιλογή τίτλων και από τη διατήρηση μικτού χαρτοφυλακίου.
To πόσο αβέβαιο έχει καταστεί το διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον έγινε ήδη ορατό από τις καταιγιστικές εξελίξεις που συνέβησαν μόλις μέσα στις πρώτες δέκα ημέρες του 2026. Ειδικότερα, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα είχαμε μεταξύ άλλων την απαγωγή από τις ΗΠΑ του Νικολάς Μαδούρο, αλλά και τις μεγάλες διαδηλώσεις στο Ιράν έναντι του τοπικού καθεστώτος, την ίδια ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και οι σχέσεις των ΗΠΑ με Ρωσία, Κίνα και Ευρώπη (π.χ. βλέπε Γροιλανδία) φαίνεται να επιδεινώνονται.
Ειδικότερα, τη στιγμή που γράφεται το συγκεκριμένο κείμενο, οι διαμαρτυρίες των Ιρανών που ξεκίνησαν με καθαρά οικονομικά αιτήματα, έχουν πλέον μετατρέψει το περιεχόμενό τους σε ανατροπή του καθεστώτος και εκτείνονται σε εβδομήντα περιοχές της χώρας. Επιπλέον, φαίνεται να έχει ανοίξει ένας διάδρομος επικοινωνίας των ΗΠΑ με την Κολομβία, ενώ παράλληλα πιθανολογείται η επιβολή αμερικανικών κυρώσεων στη Ρωσία.
Και μπορεί οι διεθνείς κεφαλαιαγορές να μην έχουν επηρεαστεί από τις τελευταίες εξελίξεις, ωστόσο εγχώριος χρηματιστηριακός παράγοντας δεν κρύβει την ανησυχία του: «Αν όλα αυτά έγιναν μέσα σε δέκα ή είκοσι μέρες, έχουμε φανταστεί το τί μπορεί να συμβεί μέχρι τη λήξη της χρονιάς; Πράγματι, οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα -με ό,τι θα μπορούσε να ακολουθήσει σε άλλα κράτη όπως για παράδειγμα στην Κούβα και στην Κολομβία- όσο και η κατάσταση στο Ιράν, δεν προκάλεσαν προβλήματα στις διεθνείς αγορές.
Άλλωστε, ο Δυτικός κόσμος όχι μόνο δεν βλάπτεται από τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις (περισσότερο πλήττονται χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Τουρκία), αλλά -επί του παρόντος- ενδέχεται να ωφελείται και από πάνω, λόγω της μελλοντικής ροής μεγαλύτερων ποσοτήτων πετρελαίου στις Δυτικές οικονομίες.
Ωστόσο, η γενικότερη εικόνα που προβάλλεται από τις ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούν ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο ως σφαίρα επιρροής τους, ή που επιζητούν την προσάρτηση της Γροιλανδίας από επίσης Νατοϊκό κράτος (Δανία) δείχνει τους κινδύνους που ενδεχομένως να προκύψουν τόσο για την αμυντική θωράκιση της Ευρώπης, όσο και για τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Γηραιάς Ηπείρου. Και όλα αυτά, σε μια περίοδο όπου τόσο οι ΗΠΑ, όσο και αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν σημαντικά ζητήματα δημοσιονομικών ελλειμμάτων και χρέους.
Κανείς επίσης δεν μπορεί να αγνοήσει και το πολιτικό ρίσκο που υπάρχει σε μια σειρά χωρών του Δυτικού κόσμου, από τις ΗΠΑ (αποτέλεσμα επικείμενων ενδιάμεσων εκλογών) έως τη Γαλλία (επικείμενες προεδρικές εκλογές το 2027), τη Γερμανία (σημάδια κυβερνητικής αστάθειας), αλλά και ως ένα βαθμό και την Ελλάδα, όπου το 2026 αποτελεί ουσιαστικά μια προεκλογική χρονιά σε ένα αβέβαιο πολιτικό περιβάλλον. Ενδεχομένως λοιπόν ο παράγοντας του πολιτικού ρίσκου να αρχίζει να απασχολεί και την ελληνική κεφαλαιαγορά από το προσεχές καλοκαίρι και μετά».
Το «βασικό σενάριο»
Από την άλλη πλευρά, η περίπτωση της Ελλάδας δείχνει να συγκαταλέγεται στους πλέον ασφαλείς χρηματιστηριακούς προορισμούς του 2026 σε σχέση με το εξωτερικό, τουλάχιστον με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα.
Πρώτα απ’ όλα γιατί η πρόβλεψη για φετινή αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ 2% και 2,5% βασίζεται σε ισχυρές παραδοχές όπως μια σημαντική αύξηση των επενδύσεων από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάπτυξης που είναι ήδη εξασφαλισμένα και δεύτερον μέσα από μια καλύτερη πορεία του τουρισμού, όπου τα πρώτα μηνύματα (και) για φέτος είναι σαφώς ενθαρρυντικά.
Δεύτερον, όπως όλα δείχνουν, η Ελλάδα βρίσκεται έξω από το κάδρο των χωρών που παρουσιάζουν προβλήματα δημοσιονομικών και πολιτικών προβλημάτων και απασχολούν την επενδυτική κοινότητα για τους συγκεκριμένους λόγους. Αντίθετα, την ώρα που αναλυτές «σκανάρουν» την πορεία των δημοσιονομικών επιδόσεων σε ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βέλγιο, ή την πολιτική σταθερότητα της γερμανικής κυβέρνησης, η Ελλάδα εμφανίζει θετική πορεία μακροοικονομικών δεικτών, διαθέτει κυβερνητική σταθερότητα και δεν αναμένονται εκλογές το 2026. Όσο για αυτές του 2027, ο πολιτικός χρόνος θεωρείται… άπειρος.
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση έχει στη φαρέτρα της την ανακοίνωση μιας ακόμη σειράς θετικών δημοσιονομικών μέτρων μέσα στη φετινή χρονιά, ενώ το όποιο κλίμα πολιτικού ρίσκου δύσκολα θα απασχολήσει τις αγορές το πρώτο εξάμηνο.
Τρίτον, υπάρχει πάντοτε το θέμα των χρηματιστηριακών δεικτών, όπου σε μέσο επίπεδο P/E και μερισματικής απόδοσης το ΧΑ συγκρίνεται ευνοϊκά σε σχέση με τις αγοράς του εξωτερικού. Επιπλέον, νέα βελτίωση επιδόσεων στα εταιρικά κέρδη -του τραπεζικού κλάδου συμπεριλαμβανομένου- και στις χρηματικές διανομές των εισηγμένων ομίλων αναμένεται μέσα στο 2026.
Αν μέσα σε αυτό το περιβάλλον, συνεκτιμήσει κάποιος και το γεγονός ότι οι ανταγωνιστικές επενδύσεις των μετοχών είτε προσφέρουν πολύ χαμηλές αποδόσεις (π.χ. τραπεζικές καταθέσεις -μη εξαιρουμένων και των προθεσμιακών τοποθετήσεων- και ομόλογα), είτε προέρχονται και αυτές από ένα πολύ μεγάλο ανοδικό ράλι τιμών κατά τα τελευταία χρόνια (π.χ. μετοχές εξωτερικού, χρυσός, ακίνητα), τότε αντιλαμβάνεται το γιατί οι περισσότεροι αναλυτές δηλώνουν συγκρατημένα αισιόδοξοι για την πορεία των ελληνικών μετοχών και για τη φετινή χρονιά.
Συμπερασματικά, οι όποιες επιπτώσεις από το διεθνές γεωπολιτικό και οικονομικό ρίσκο θα είναι μόνο έμμεσες για την ελληνική οικονομία και το ΧΑ, ενώ θα πρέπει να συνεκτιμηθεί θετικά το γεγονός ότι σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ προκαλούν αστάθεια στον πλανήτη, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται σε… ιστορικό υψηλό (πχ συνεργασία στο ενεργειακό πεδίο).
Το μόνο βέβαιο είναι ότι παρά την μεγάλη άνοδο που έχουν σημειώσει οι μετοχές στο ταμπλό του ΧΑ, η ζήτηση παραμένει ισχυρή τόσο από το εσωτερικό, όσο και από το εξωτερικό της χώρας.
Σύμφωνα με γνωστό αναλυτή, «λόγω της αύξησης του ΑΕΠ, στην ελληνική οικονομία προκύπτουν κατά τα τελευταία χρόνια ετήσιες αποταμιεύσεις της τάξεως των δέκα δισ. ευρώ, οι οποίες τοποθετούνται κατά κύριο λόγο σε τραπεζικές καταθέσεις και ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια. Το 2025 παρατηρήθηκε μια περιορισμένη στροφή των Ελλήνων επενδυτών προς το ΧΑ, η οποία φαίνεται ότι θα συνεχιστεί και φέτος, με δεδομένο ότι οι αποδόσεις των ανταγωνιστικών τοποθετήσεων είναι πλέον ιδιαίτερα χαμηλές.
Όσο για τη ζήτηση από το εξωτερικό, συνεχίζεται να παραμένει ισχυρή, καθώς η ρευστοποιήσεις κερδοφόρων θέσεων απορροφώνται από νέες αγοραστικές τοποθετήσεις. Το καλό είναι ότι η περιορισμένη διακύμανση που έχει σημειώσει ο Γενικός Δείκτης του ΧΑ από τον περασμένο Αύγουστο έως σήμερα, έχει ανεβάσει το μέσο κόστος κτήσης πολλών επενδυτών, με αποτέλεσμα να μειώνεται το κίνητρο εύκολων ρευστοποιήσεων.
Καταλυτικά άλλωστε επιδρούν και οι θετικές εκθέσεις των αναλυτών (Ελλήνων και ξένων) οι οποίες δίνουν τιμές-στόχους αρκετά υψηλότερες από τις τρέχουσες αποτιμήσεις των μετοχών στο ταμπλό του ΧΑ».
Εκτιμήσεις χρηματιστηριακών παραγόντων
Χαρακτηριστικές είναι οι τοποθετήσεις τεσσάρων γνωστών παραγόντων της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς σχετικά με την προβλεπόμενη πορεία του ΧΑ το 2026, όπως διατυπώθηκαν το Δεκέμβριο του 2025 στο Euro2day.gr, στο πλαίσιο του 23ου συνεδρίου του Συνδέσμου Επενδυτών και Διαδικτύου.
Ο Αντώνης Μούζας, γενικός διευθυντής του χρηματιστηριακού τμήματος της Optima Bank εκτιμά ότι το 2026 θα αποτελέσει μια ακόμη καλή χρονιά τόσο για την ελληνική οικονομία, όσο και για το Χρηματιστήριο της Αθήνας.
Αναμένει ένα θετικό οικονομικό περιβάλλον (π.χ. ανοδική πορεία του ΑΕΠ με βασικό άξονα τις επενδύσεις, ισχυρό πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα) και μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι ελληνικές τράπεζες θα ευνοηθούν τόσο από το συνδυασμό της σημαντικής πιστωτικής επέκτασης και της σχετικής στασιμότητας των επιτοκίων, όσο και από το γεγονός ότι τελούν υπό διαπραγμάτευση στο ταμπλό με discount σε σύγκριση με τους αντίστοιχους τίτλους του εξωτερικού.
Οι θετικές προσδοκίες, ωστόσο, του Αντώνη Μούζα δεν περιορίζονται μόνο στις τράπεζες, αλλά αντίθετα, εντοπίζει ευκαιρίες και σε άλλους κλάδους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται αυτοί της ενέργειας και των κατασκευών.
Σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζάνα (σύμβουλο διοίκησης της Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ) η Ελλάδα βρίσκεται στο μέσο ενός ενάρετου οικονομικού κύκλου που θα μπορούσε να διαρκέσει έως το 2030 και επηρεάζει θετικά τις τιμές των μετοχών στο ταμπλό του ΧΑ. Το 2026 για πρώτη φορά έχουμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε με θετικό τρόπο για την οικονομική πορεία τόσων πολλών εισηγμένων εταιρειών και αυτό σε μια χρονιά όπου σύμφωνα με τις προβλέψεις το ΑΕΠ θα τρέξει με 2,4%, θα προκύψει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα και θα βελτιωθεί περαιτέρω ο δείκτης του δημοσίου χρέους.
Ο Νίκος Πετροπουλάκης, εκτελεστικός πρόεδρος της Merit Χρηματιστηριακής σημείωσε πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις για συνέχιση της ανοδικής πορείας του ΧΑ μέσα στο τρέχον έτος, τονίζοντας πως το κλειδί της υπόθεσης βρίσκεται στο ότι υπάρχουν ελληνικές μετοχές που ναι μεν αποτιμώνται δίκαια (fair value) αλλά στις τρέχουσες τιμές τους δεν έχουν προεξοφληθεί οι μελλοντικοί σχεδιασμοί τους.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Fast Finance Ηλίας Ζαχαράκης θεωρεί το 2026 ως άλλη μια χρονιά όπου το ελληνικό χρηματιστήριο θα μπορούσε να υπεραποδώσει έναντι των ξένων κεφαλαιαγορών, συμπληρώνοντας πως η χώρα μας αποτελεί πλέον πόλο έλξης για ξένους επενδυτές, ενώ και μεταξύ των Ελλήνων επενδυτών δημιουργείται σταδιακά ένα κλίμα εμπιστοσύνης, καθώς μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός όσων τοποθετήθηκαν πέρυσι στο ΧΑ αγοράζοντας είτε μετοχές, είτε εταιρικά ομόλογα.