Το εκλογικό σώμα μάλλον δεν βλέπει με συμπάθεια τις προτάσεις των Πρασίνων για την αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τα υψηλά εισοδήματα και την φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας. Η απώλεια δύο ποσοστιαίων μονάδων (από το 11 στο 9%) σε μία εβδομάδα, που καταγράφει το ινστιτούτο Forsa, επιβεβαιώνει ότι οι γερμανοί οικολόγοι «φοβίζουν» με τις προτάσεις που διατυπωνουν τους ψηφοφόρους του μεσαίου χώρου.
Οπως μεταδίδει η Deutsche Welle, η πτώση των Πρασίνων σε συνάρτηση με την οριακή άνοδο των Σοσιαλδημοκρατών (από το 23% στο 25%) απομακρύνει τον στόχο της συγκρότησης ενός κεντροαριστερού κυβερνητικού συνασπισμού μετά τις εκλογές της 22ης Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με την δημοσκόπηση του ινστιτούτου Forsa, Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι δεν ξεπερνούν μαζί το 34%, έναντι 45% του κεντροδεξιού στρατοπέδου (Χριστιανοδημοκράτες 39%, Φιλελεύθεροι 6%). Η ίδια δημοσκόπηση θέλει το κόμμα της Αριστεράς να κινείται στο 10%. Ωστόσο κανένα από τα άλλα κόμματα δεν είναι διατεθειμένο να συνεργαστεί μετεκλογικά μαζί του.
Μολονότι τα επικρατέστερα μετεκλογικά σενάρια είναι η συνέχιση του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελευθέρων και η συγκρότηση «μεγάλου συνασπισμού» Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, ο αστάθμητος παράγοντας της εκλογικής αναμέτρησης ακούει στο όνομα AfD. Πρόκειται για το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα «Εναλλακτική Επιλογή για τη Γερμανία». Οι δημοσκοπήσεις θέλουν το κόμμα των πολεμίων του ευρώ κάτω από το όριο του 5% που απαιτείται για την εκπροσώπηση.
Ενδεχόμενη είσοδος του AfD στο κοινοβούλιο θα είχε δραματικές επιπτώσεις για τα άλλα κόμματα και θα δυσχέραινε τις διαδικασίες σχηματισμού κυβέρνησης.
Σύμφωνα με τον εκλογολόγο Ματίας Γιουνγκ, μια εκλογική επιτυχία των ευρωσκεπτικιστών θα ήταν καταστροφική για την κυβέρνηση Μέρκελ, καθώς θα καθιστούσε αδύνατη την συγκρότηση συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Φιλελευθέρων.