H κυβέρνηση Χριστόφια και ο ίδιος ο τέως πρόεδρος της δημοκρατίας λειτούργησαν με το πλέγμα «εγώ κυβερνώ και κάνω ότι θέλω», τονίζεται μεταξύ άλλων στο πόρισμα της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία το οποίο δημοσιοποίησε σήμερα επίσημα ο πρόεδρος της επιτροπής Γιώργος Πικής.Σε συνέντευξη τύπου της τριμελούς επιτροπής ο κ. Πικής που δεν δέχθηκε ερωτήσεις, ανέγνωσε την εισαγωγή και τα συμπεράσματα της έκθεσης της επιτροπής, η οποία ανέρχεται σε συνολικά 178 σελίδες.
Σύμφωνα με το Stockwatch, εξέφρασε τη δυσανασχέτηση του για τη διαρροή του πορίσματος πριν από την προγραμματισμένη διάσκεψη της επιτροπής.
Το μέλος της ερευνητικής επιτροπής Ηλιάνα Νικολάου ανέφερε ότι συνέταξε σύντομη συμπληρωματική παρέμβαση στα συμπεράσματα της επιτροπής αλλά αποφασίστηκε, όπως είπε, «να μην αναγνωσθεί γιατί δεν αντανακλά τις θέσεις των δύο άλλων μελών της επιτροπής». Ανέφερε, ωστόσο, ότι η παρέμβαση της θα δοθεί στη δημοσιότητα.
Στο πόρισμα της, η ερευνητική επιτροπή αποδίδει ευθύνη και στον πρόεδρο Αναστασιάδη και την κυβέρνηση του «για ένα και μόνο λόγο. Η προετοιμασία για τις διαπραγματεύσεις στο Eurogroup υπολειπόταν», ενώ «υποτιμήθηκαν ενδεχόμενα που κατά λογική συνέπεια έπρεπε να προβλεφθούν», αναφέρεται στο κεφάλαιο πέντε του πορίσματος, με τίτλο «Πολιτικές ευθύνες».
Πολιτική ευθύνη αποδίδεται επίσης στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου της κυβέρνησης Χριστόφια «που είχαν την ευχέρεια να απορρίψουν προτάσεις και νομοσχέδια σχετικά με την οικονομία, πράγμα που δεν έπραξαν».
Επιπλέον, πολιτική ευθύνη αποδίδεται «κατά δεύτερον λόγο στο ΔΗΚΟ, το οποίο μετείχε στην κυβέρνηση για περίπου 3,5 χρόνια, αλλά και στην ΕΔΕΚ η οποία μετείχε στην κυβέρνηση για περίπου δύο χρόνια.
Επίσης, η ερευνητική επιτροπή χαρακτηρίζει σφάλμα τη μη συμμετοχή εκπροσώπων των τραπεζών στις διαπραγματεύσεις για πώληση των κυπριακών υποκαταστημάτων στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, στα συμπεράσματα της η επιτροπή αναφέρει ότι «κοινή είναι η θέση ότι η ανισορροπία μεταξύ εσόδων και δαπανών του κράτους ήταν ο κύριος λόγος της πτώσης της κυπριακής οικονομίας. Η ασύμμετρη αύξηση των δαπανών σε συσχετισμό προς τα έσοδα του κράτους ήταν ο βασικός λόγος της κατάρρευσης της κυπριακής οικονομίας».
Αναφέρεται επίσης ότι «η μετακίνηση του ελέγχου του δημοσίου χρέους από την κεντρική τράπεζα στο υπουργείο οικονομικών, με απόφαση της κυβέρνησης, υπήρξε άλλος παράγοντας ο οποίος συνέβαλε στο ανεξέλεγκτο των κυβερνητικών πράξεων».
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της επιτροπής, ο προϋπολογισμός καταρτιζόταν σε πρώτο στάδιο από τους λειτουργούς του υπουργείου με γνώμονα την αντιστοιχία μεταξύ δαπανών και εισοδημάτων του κράτους. Άλλαζε όμως άρδην από την εκτελεστική εξουσία πριν κατατεθεί στη βουλή με την αύξηση των δαπανών, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση του θέματος με τις διευθύνσεις του υπουργείου οικονομικών».
«Εύλογα συνάγεται ότι ο πρόεδρος και η κυβέρνηση λειτουργούσαν κάτω από το πλέγμα - Εγώ κυβερνώ κάνω ό,τι θέλω», προστίθεται.
«Συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας πρώτος και κύριος υπαίτιος για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικονομία της χώρας στα πρόθυρα χρεοκοπίας είναι ο τέως πρόεδρος της δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας», αναφέρει η επιτροπή στο κεφάλαιο πέντε του πορίσματος με τίτλο «Πολιτικές ευθύνες».
Χαρακτηριστική ήταν, σύμφωνα με το πόρισμα, «η απόφαση να συμφωνήσει άνευ όρων για την απομείωση των ελληνικών ομολόγων που κατείχαν οι τράπεζες της Κύπρου, χωρίς κανένα αντιστάθμισμα, επιφέροντας καίριο πλήγμα στον τραπεζικό τομέα».
«Η ασύγγνωστη καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για στήριξη και συνομολόγηση συμφωνίας, συνέτειναν σε μεγάλο βαθμό στη διόγκωση του δημοσίου χρέους, στη χειροτέρευση των δημοσιονομικών, χρηματοπιστωτικών και άλλων συναφών προς την οικονομία, προβλημάτων», σημειώνεται.
Πολιτική ευθύνη αποδίδεται στο πόρισμα «κατά δεύτερον λόγο στο ΔΗΚΟ, το οποίο μετείχε στην κυβέρνηση για περίπου 3,5 χρόνια. Αποχώρησε από την κυβέρνηση τον Αύγουστο του 2011 για το λόγο ότι δεν επήλθε συμφωνία με τον πρόεδρο ως προς τα μέτρα που έπρεπε τότε να ληφθούν για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης».
«Δεν αποχώρησαν λόγω διαφωνίας, έστω και καθυστερημένα, για τη διαχείριση των οικονομικών από την κυβέρνηση», προστίθεται.
Το πόρισμα αποδίδει επίσης ευθύνη και στην ΕΔΕΚ η οποία μετείχε στην κυβέρνηση για δύο περίπου χρόνια. «Αποχώρησε τον Ιανουάριο του 2010 λόγω διαφωνίας με τους χειρισμούς του προέδρου Χριστόφια και την πολιτική του στο κυπριακό. Η κατάρρευση της οικονομίας δρομολογήθηκε από το 2008 και επιτάθηκε το 2009, περίοδος κατά την οποία η ΕΔΕΚ μετείχε στην κυβέρνηση».
Ο πρόεδρος Αναστασιάδης και η κυβέρνηση του ευθύνονται για ένα και μόνο λόγο, σύμφωνα με το πόρισμα. «Η προετοιμασία για τις διαπραγματεύσεις στο Eurogroup υπολειπόταν. Υποτιμήθηκαν ενδεχόμενα που κατά λογική συνέπεια έπρεπε να προβλεφθούν».
Ωστόσο, η ερευνητική επιτροπή αναφέρει ότι «δεν απορρίπτει τη θέση του κ. Αναστασιάδη ότι πριν τη σύναψη της συμφωνίας βρέθηκε προ αδυσώπητου διλήμματος να δεχθεί ή να μη δεχθεί τη σύναψη της εκβιαστικά τεθείσας συμφωνίας. Πήρε το βάρος να δεχθεί, κρίνοντας ότι η άρνηση θα είχε δυσμενέστερες συνέπειες για τον τόπο».
Αναφέρεται επίσης ότι «σφάλμα υπήρξε η μη συμμετοχή εκπροσώπων των τραπεζών στις διαπραγματεύσεις. Οι διαπραγματεύσεις, βέβαια, περιπλάκηκαν λόγω της έκθεσης Pimco η οποία, σύμφωνα με προβληθέντες ισχυρισμούς, υπερέβαλε τις ανάγκες των τραπεζών, υιοθετώντας υπερβαλλόντως ακραία σενάρια».
Και ο κύριος Δημητριάδης, σύμφωνα με το πόρισμα, «διατύπωσε κάποιες επιφυλάξεις για το κύρος της έκθεσης της Pimco λόγω έλλειψης διαφάνειας, γεγονός που οδήγησε στην επιλογή και άλλης εταιρείας, της Black Rock, για τον έλεγχο των πορισμάτων της πρώτης».
Σε σχέση με τον τέως διοικητή της ΚΤ Αθανάσιο Ορφανίδη, η επιτροπή, αφού αναφέρει στα συμπεράσματα της ότι ήταν «δραματική η τελευταία προειδοποίηση του κ. Ορφανίδη στις 17 Ιουλίου του 2011 στην οποία διαπιστώνει ότι 'η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συγκρινόμενης με αυτή του 1974'», προσθέτει ότι «εάν ο κ. Ορφανίδης έσφαλε σε κάτι, αυτό έγκειται στην παράλειψη του να γνωστοποιήσει δημόσια την επιστολή του, αναλογιζόμενος τη θέση του ως ανεξάρτητος αξιωματούχους της κυπριακής δημοκρατίας».
Στα συμπεράσματα της, η ερευνητική επιτροπή αναφέρει ότι αίτημα για στήριξη από το Eurogroup έπρεπε να υποβληθεί ευθύς μετά τον αποκλεισμό της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές.