Οι αγορές πίστωσης αγνόησαν το βρετανικό δημοψήφισμα για τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ, σύμφωνα με αναλυτές της Bank of America με επικεφαλής τον Michael Contopoulos. Όπως τόνισαν, αυτή δεν ήταν έξυπνη κίνηση δεδομένου ότι το κόστος της εξασφάλισης των εταιρικών ομολόγων έναντι πτώχευσης –μια βασική μέτρηση πιστωτικού κινδύνου- εμφάνισε την Παρασκευή τη μεγαλύτερη άνοδο από το 2008 και μετά, και παρέμεινε ανεβασμένο τη Δευτέρα.
«Ο κίνδυνος ήταν εκεί, οι αγορές πίστωσης αρνήθηκαν να τον κοστολογήσουν, και τώρα οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα: μια πιθανή διάλυση της δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πιθανώς περισσότερα ''δημοψηφίσματα'', μια πιθανή ύφεση στη Βρετανία, μια πτώση στην επιχειρηματική εμπιστοσύνη και τη δαπάνη παγκοσμίως, και μια υποχώρηση στα επικίνδυνα στοιχεία ενεργητικού», τόνισαν οι αναλυτές σύμφωνα με το Bloomberg.
Οι αγορές πίστωσης φαίνονται ιδιαίτερα «νυσταγμένες» σε σύγκριση με τις μετοχές. Οι σχετικοί δείκτες υπαινίσσονται ότι πριν το δημοψήφισμα, οι επενδυτές πίστωσης δεν το «θεωρούσαν ουσιαστικό γεγονός», αναφέρουν οι ειδικοί της τράπεζας.
Ο τρόπος με τον οποίο οι αγορές πίστωσης ήταν τόσο αδιάφορες, έχει να κάνει με τις χαλαρές νομισματικές πολιτικές των κεντρικών τραπεζών από τη χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, οι οποίες δίνουν στους επενδυτές μια λανθασμένη αίσθηση ασφάλειας.
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές της Bank of America, «επιχειρηματολογούσαμε εκτεταμένα για αρκετές εβδομάδες ότι οι αγορές πίστωσης αντανακλούν ανεπαρκώς τον κίνδυνο μιας εξόδου από την ΕΕ, εν μέρει διότι το πρόγραμμα αγορών εταιρικών ομολόγων (της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) ήταν υπεύθυνο για μια μεγάλη απότομη κίνηση στα spreads των ομολόγων που δεν ανήκουν στο χρηματοοικονομικό τομέα».
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι με πιθανά επιπρόσθετα μέτρα από την Τράπεζα της Αγγλίας που μάλλον θα περιλαμβάνουν αγορές ομολόγων, αναμένεται να δούμε το αν οι αγορές πίστωσης θα «ξυπνήσουν απότομα».