Στο ανώτατο δικαστήριο επιστρέφει η κυβέρνηση Μέι, καθώς προσβάλλει σήμερα την απόφαση σύμφωνα με την οποία η εκκίνηση των επίσημων διαδικασιών για το διαζύγιο από την Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί κοινοβουλευτική έγκριση, μια απόφαση που έχει αναταράξει τα σχέδια που καταστρώνει η Τερέζα Μέι για το Brexit.
Σε περίπτωση που το βρετανικό ανώτατο δικαστήριο απορρίψει την έφεση της κυβέρνησης, η κίνηση αυτή θα μπορούσε να εκτροχιάσει το χρονοδιάγραμμα που έχει ορίσει η Βρετανίδα πρωθυπουργός.
Στο μεταξύ, εν μέσω νομικής διαμάχης, κάποιοι πολιτικοί και εφημερίδες υπογραμμίζουν ότι οι δικαστές, οι οποίοι ανήκουν στο κατεστημένο, επιθυμούν να αποτρέψουν τη διαδικασία του Brexit, αναφέρει το Reuters.
Το πρακτορείο επισημαίνει πως αυτή θα είναι η πιο σημαντική, δημοφιλής και περίπλοκη υπόθεση για το ανώτατο δικαστήριο από τη σύστασή του πριν από επτά χρόνια, ενώ η διαδικασία αναμένεται να διαρκέσει τέσσερις μέρες. Για πρώτη φορά, και οι 11 δικαστές του ανώτατου δικαστηρίου θα συμμετέχουν στην επιτροπή της οποίας η ετυμηγορία θα γνωστοποιηθεί αργότερα, τον Ιανουάριο.
«Η υπόθεση εγείρει δύσκολα και ευαίσθητα ζητήματα σχετικά με τη συνταγματική σχέση μεταξύ κυβέρνησης και κοινοβουλίου», εξήγησε η Brenda Hale, η αντιπρόεδρος του ανώτατου δικαστηρίου, σε ομιλία που απηύθυνε τον περασμένο μήνα.
«Τι σημαίνει από την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας της κυβέρνησης; Δεν έχουμε ένα γραπτό σύνταγμα για να δώσει την απάντηση. Αλλά αμφιβάλλω για το αν πολλά γραπτά συντάγματα θα μας έδιναν απάντηση», πρόσθεσε.
Σε περίπτωση που η πρωθυπουργός κερδίσει αυτή τη μάχη, θα μπορέσει να προχωρήσει με τα σχέδιά της για ενεργοποίηση του Άρθρου 50 μέχρι τα τέλη Μαρτίου. Εάν χάσει, το κοινοβούλιο μπορεί θεωρητικά να μπλοκάρει το Brexit, καθώς η πλειονότητα των βουλευτών υποστήριξαν την παραμονή στην ΕΕ, στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού.
Οι παρατηρητές της υπόθεσης δεν αναμένουν μια τέτοια έκβαση, ωστόσο η μεγαλύτερη εξουσία του κοινοβουλίου επάνω στο ζήτημα μπορεί να οδηγήσει σε πιο εξονυχιστικό έλεγχο και μεγαλύτερες καθυστερήσεις.