Η απόσυρση κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές επιταχύνθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, με τα μετοχικά funds να καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες του τελευταίου έτους και τα ομολογιακά funds να χάνουν κεφάλαια για τρίτη διαδοχική εβδομάδα.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο σερί εκροών από το τέλος του 2016.
Η άνοδος των αποδόσεων των αμερικάνικων 10ετών ομολόγων και η ανάκαμψη του δολαρίου, που έχει πυροδοτήσει η ανησυχία ότι η Fed μπορεί να αυξήσει τα επιτόκια ταχύτερα από ότι αναμενόταν, έχουν εντείνει τις πιέσεις στις αναδυόμενες αγορές.
Ο δείκτης νομισμάτων αναδυόμενων αγορών της JP Morgan έχει υποχωρήσει πάνω από 4% από την αρχή του Απριλίου, ενώ χαμηλότερα κινούνται οι αγορές μετοχών και ομολόγων των αναδυόμενων οικονομιών.
«Τα στοιχεία ενεργητικού αναδυόμενων αγορών έχουν σταθεροποιηθεί σήμερα, αλλά οι κινήσεις τις τελευταίες εβδομάδες είναι σχετικά μεγάλες σε σχέση με άλλα sell-off που προκάλεσαν ανησυχίες σχετικά με τη Fed τους τελευταίους 18 μήνες» έγραψε σε σημείωμα προς τους πελάτες ο Γουίλιαμ Τζάκσον, οικονομολόγος στην Capital Economics.
Όπως μεταδίδουν οι Financial Times, παρά την άνοδο για τέσσερις διαδοχικές συνεδριάσεις, ο δείκτης FTSE Emerging παραμένει 10% κάτω από το υψηλό του Ιανουάριου. Εν τω μεταξύ ο δείκτης EMBI Global για ομόλογα είχε υποχωρήσει για 10 διαδοχικές συνεδριάσεις ως την Τετάρτη.
Αν και πολλοί αναλυτές προβλέπουν πως οι αναταράξεις στις αναδυόμενες θα μετριαστούν σταδιακά, η διάθεση των επενδυτών για τοποθετήσεις σε mutual funds και ETF που επενδύουν σε αναδυόμενες αγορές έχει περιοριστεί.
Τα μετοχικά funds κατέγραψαν απώλειες 1,6 δισ. δολαρίων την εβδομάδα που έληξε στις 9 Μαϊου. Πρόκειται για την πρώτη εβδομαδιαία απώλεια από το Φεβρουάριο και την μεγαλύτερη από τον Αύγουστο του 2017, σύμφωνα με στοιχεία της EPFR.
Τα funds σταθερού εισοδήματος που επικεντρώνονται στις αναδυόμενες αγορές είδαν τις εκροές τους να επιταχύνονται. Οι επενδυτές απέσυραν 2,1 δισ. δολάρια για τρίτη διαδοχική εβδομάδα. Από τα μέσα Απριλίου τα funds που επενδύουν σε χρέος αναδυόμενων αγορών έχουν υποστεί απώλειες πάνω από 4 δισ. δολαρίων.