Κορυφαίοι διαχειριστές κεφαλαίων προετοιμάζονται για απότομη διόρθωση στις αμερικανικές τεχνολογικές μετοχές, λόγω ανησυχιών για «εξωφρενικές» αποτιμήσεις και πιθανής «φούσκας» σε τμήματα του κλάδου της τεχνητής νοημοσύνης.
Αρκετοί επενδυτές δήλωσαν στους Financial Times ότι προστατεύουν τα χαρτοφυλάκιά τους είτε μειώνοντας τις θέσεις τους είτε χρησιμοποιώντας παράγωγα που αποφέρουν κέρδη όταν οι τιμές των μετοχών υποχωρούν.
«Το αν υπάρχουν υπερβολές στην αγορά μετοχών γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη δεν αμφισβητείται πλέον· το δύσκολο είναι να εντοπιστεί ποιες ακριβώς εταιρείες θα βγουν χαμένες και πότε θα επέλθει αυτή η διόρθωση», δήλωσε ο Βενσάν Μορτιέ, επικεφαλής επενδύσεων της Amundi, του μεγαλύτερου διαχειριστή κεφαλαίων στην Ευρώπη με ενεργητικό 2,3 τρισ. ευρώ.
Η Amundi αγοράζει προστασία μέσω παραγώγων σε πολλά χαρτοφυλάκια, κάτι που, σύμφωνα με τον Μορτιέ, αποτελεί εναλλακτική λύση αντί της «μαζικής πώλησης της αγοράς ή ορισμένων από τα επιμέρους συστατικά της».
Η εξέλιξη αυτή έρχεται εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για πιθανή φούσκα στον ταχέως αναπτυσσόμενο αμερικανικό τεχνολογικό κλάδο, καθώς οι εταιρείες σπεύδουν να επενδύσουν σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και οι αποτιμήσεις ενισχύονται. Ορισμένοι παραλληλίζουν την κατάσταση με την άνθηση και την κατάρρευση της φούσκας του dotcom πριν από περίπου 25 χρόνια.
Ο δείκτης των λεγόμενων «Magnificent Seven» — Nvidia, Meta, Tesla, Apple, Microsoft, Amazon και Alphabet — που κυριαρχούν στην αμερικανική αγορά, κατέγραψε άνοδο περίπου 21% πέρυσι. Η Nvidia αποτιμάται στις 46 φορές τα κέρδη, παρά την υποχώρησή της από το ιστορικό υψηλό του Οκτωβρίου, ενώ η Apple αποτιμάται στις 37 φορές.
Το fund Blue Whale Growth, με ενεργητικό 1,7 δισ. λιρών, το οποίο στηρίζεται από τον συνιδρυτή της Hargreaves Lansdown Πίτερ Χάργκριβς, ρευστοποίησε πλήρως τις θέσεις του σε Microsoft και Meta κατά το δεύτερο τρίμηνο του περασμένου έτους.
«Ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση, ειδικά επειδή κατείχαμε τη Microsoft από την έναρξη του fund πριν από περισσότερα από οκτώ χρόνια», δήλωσε ο Στίβεν Γιού, επικεφαλής επενδύσεων του Blue Whale. «Παρότι δεν θεωρούμε ότι υπάρχει φούσκα, ανησυχούμε για την απόδοση των επενδύσεων σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ κάποιες αποτιμήσεις είναι εξωφρενικές — ιδίως στις ιδιωτικές αγορές. Από τις Magnificent Seven, πλέον έχουμε μόνο μετοχές της Nvidia», ανέφερε.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, η Τράπεζα της Αγγλίας και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συγκαταλέγονται μεταξύ των οργανισμών που έχουν εκδώσει προειδοποιήσεις σχετικά με τις αποτιμήσεις.
Ωστόσο, πρόσφατη έρευνα της Bank of America έδειξε ότι τα επίπεδα ρευστότητας των παγκόσμιων διαχειριστών κεφαλαίων έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά, ένδειξη έντονης επενδυτικής αισιοδοξίας, παρότι οι φόβοι για φούσκα στην τεχνητή νοημοσύνη παραμένουν ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις αγορές. Παράλληλα, οι τράπεζες της Wall Street αναμένουν ακόμη μία χρονιά διψήφιων αποδόσεων για τις αμερικανικές μετοχές.
Ορισμένοι διαχειριστές κεφαλαίων έχουν αποχωρήσει πλήρως από τις Magnificent Seven.
«Παρότι είχαμε περιορισμένη έκθεση σε ορισμένες από τις Mag 7 κατά τη διάρκεια του 2025, αποεπενδύσαμε από τις εναπομείνασες θέσεις μας έως τις αρχές Νοεμβρίου, καθώς οι κίνδυνοι μιας απότομης κατάρρευσης της φούσκας της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνονται», δήλωσε ο Ρατζίβ Τζέιν, πρόεδρος και επικεφαλής επενδύσεων της GQG Partners, η οποία διαχειρίζεται πάνω από 166 δισ. δολάρια.
«Η τεχνητή νοημοσύνη συνεχίζει να καταναλώνει τεράστια κεφάλαια, με ελάχιστη κερδοφορία στον ορίζοντα. Τα έσοδα της AI είναι κάτω από τα 25 δισ. δολάρια. Οι νεοφυείς εταιρείες δεν μπορούν επ’ αόριστον να στηρίζουν τη λειτουργία των μεγάλων παρόχων δημόσιου cloud», σημείωσε.
Πρόσθεσε ότι προειδοποιητικά σημάδια, όπως οι «επιθετικές» κεφαλαιουχικές δαπάνες και οι λογιστικές πρακτικές, «εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα», καταλήγοντας πως «αυτό θυμίζει τη φούσκα του dotcom σε υπερθετικό βαθμό».
Η Μάγια Μπαντάρι, επικεφαλής επενδύσεων για την περιοχή EMEA στη Neuberger Berman, η οποία διαχειρίζεται 558 δισ. δολάρια, δήλωσε ότι η εταιρεία συνεχίζει να μειώνει την έκθεσή της στην αμερικανική τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη και να στρέφεται προς άλλες περιοχές, όπως η Κίνα και οι ασιατικές αναδυόμενες αγορές, που προσφέρουν πρόσβαση στην AI με χαμηλότερο κόστος, διατηρώντας παράλληλα έκθεση στην αμερικανική αγορά και ενισχύοντας θέσεις σε χώρες όπως η Κορέα.