Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Το «τσιρότο» Μπεσέντ δεν πείθει τις αγορές ομολόγων

Προβληματίζουν οι επαναγορές αμερικανικών ομολόγων που ανακοίνωσε ο ΥΠΟΙΚ των ΗΠΑ. Οι αποδόσεις ανέκαμψαν και οι ανησυχίες για χρέος, πληθωρισμό και ελλείμματα παραμένουν.

Το «τσιρότο» Μπεσέντ δεν πείθει τις αγορές ομολόγων

Η προσπάθεια του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να στηρίξει την αγορά αμερικανικών ομολόγων απορρίφθηκε από τους επενδυτές ως «τσιρότο πάνω σε τραύμα από σφαίρα», καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για το χρέος των $40 τρισ. της Ουάσιγκτον και τον επίμονο πληθωρισμό.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προκάλεσε έκπληξη στη Wall Street την Τετάρτη, αποκαλύπτοντας σχέδια να «διπλασιάσει τουλάχιστον» τις αγορές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων από τον επόμενο μήνα, θυμίζουν οι Financial Times.

Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας σημείωσαν απότομη άνοδο μετά την ανακοίνωση, απομακρύνοντας το κόστος δανεισμού 30ετούς διάρκειας από το υψηλό 19 ετών που είχε καταγράψει λίγες ημέρες νωρίτερα.

Ωστόσο, το ράλι γρήγορα εξανεμίστηκε, με τις αποδόσεις να αυξάνονται εκ νέου, ακόμη και αφού ο Μπέσεντ εμφανίστηκε την Πέμπτη στο CNBC για να προβάλει το «μεγάλο οπλοστάσιο εργαλείων» που έχει στη διάθεσή του για να τιθασεύσει τη σημαντικότερη αγορά του κόσμου.

«[Ο Μπέσεντ] κατανοεί το πρόβλημα. Όμως το να κατανοείς το πρόβλημα και το να μπορείς να κάνεις κάτι ουσιαστικό γι’ αυτό είναι δύο διαφορετικά πράγματα», δήλωσε ο Τζιμ Κάρον, chief investment officer στη Morgan Stanley Investment Management. «Το υπουργείο Οικονομικών απλώς δεν μπορεί να ελέγξει τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις».

Η στρατηγική επαναγορών του Μπέσεντ αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα του πόσο πιο ανορθόδοξη είναι η προσέγγισή του σε σχέση με πολλούς προηγούμενους υπουργούς Οικονομικών. Τις τελευταίες εβδομάδες έχει προχωρήσει σε μια σπάνια κίνηση για να ενισχύσει το ιαπωνικό γιεν, πουλώντας ευρώ, και έχει επανειλημμένα προκαλέσει κινήσεις στις τιμές του πετρελαίου, μιλώντας για επικείμενη πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν.

Η προσπάθειά του να αναδείξει τον εαυτό του σε «κορυφαίο πωλητή ομολόγων» της Αμερικής τον έχει φέρει αντιμέτωπο με τους bond vigilantes (σ.σ. τιμωρούς των ομολόγων) στην αγορά των $32 τρισ. — επενδυτές που έχουν θορυβηθεί από την επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών της Αμερικής, τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό και το κύμα δανεισμού των Big Tech για τη χρηματοδότηση της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Τσάρλι ΜακΈλιογκοτ της Nomura δήλωσε ότι το σχέδιο επαναγορών του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών «από μόνο του» ισοδυναμεί με «τσιρότο πάνω σε τραύμα από σφαίρα» και «δεν θα είναι αρκετό για να κατευνάσει τις δυνάμεις της αγοράς».

Το υπουργείο Οικονομικών δήλωσε την Τετάρτη ότι από τις 9 Σεπτεμβρίου θα αυξήσει τις τακτικές αγορές κρατικών τίτλων του αμερικανικού Δημοσίου με λήξεις μεταξύ 10 και 30 ετών, από $2 δισ. σε $4 δισ. ή περισσότερο. Πρόκειται για σημαντική διεύρυνση ενός προγράμματος που είχε αρχικά σχεδιαστεί για να διευκολύνει τη διαπραγμάτευση παλαιότερων κρατικών τίτλων.

Ορισμένοι αναλυτές δήλωσαν ότι ο απότομος χαρακτήρας της κίνησης έχει πλήξει την αξιοπιστία της υπηρεσίας. «Δεν θεωρούμε υπερβολή να πούμε ότι αυτή η ρήξη στη στρατηγική επικοινωνίας μειώνει τη συνολική αξιοπιστία της καθοδήγησής τους», δήλωσε ο Τόμας Σάιμονς, επικεφαλής οικονομολόγος για τις ΗΠΑ στη Jefferies.

Παρότι ο Μπέσεντ δεν το διατύπωσε ρητά, οι περισσότεροι επενδυτές αναμένουν από το υπουργείο Οικονομικών να αντισταθμίσει τις αυξημένες επαναγορές τίτλων μακροπρόθεσμης διάρκειας με την έκδοση περισσότερου βραχυπρόθεσμου χρέους — μια κίνηση που αφήνει το υπουργείο εκτεθειμένο στις διακυμάνσεις των επιτοκίων. Δεν έχει περάσει απαρατήρητο ότι ο Μπέσεντ το 2024 επέκρινε την πρώην υπουργό Οικονομικών Τζάνετ Γέλεν για την άσκηση παρόμοιας πολιτικής.

«Το ερώτημα είναι αν ο Μπέσεντ θα συνεχίσει να ακολουθεί την πορεία που ο ίδιος επέκρινε», δήλωσε ο Μάικ Ο’Ρουρκ της Jones Trading, ο οποίος αναμένει ότι ο υπουργός Οικονομικών θα αναγκαστεί να γίνει «πιο επιθετικός» εάν σκοπεύει να συνεχίσει να «καλύπτει τα προβλήματα με χαρτί».

Ο Μπέσεντ υποστήριξε την Πέμπτη ότι «οι αποδόσεις δεν αντικατοπτρίζουν τα θεμελιώδη μεγέθη», επικαλούμενος τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και την «πολύ κακή» ρευστότητα στην αγορά 30ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον θα ανακοινώσει στο τέλος αυτής της εβδομάδας ή στις αρχές της επόμενης «εντονότερη εστίαση στη δημοσιονομική εξυγίανση», προσθέτοντας ότι υπάρχει «πολύ μεγάλη πιθανότητα» οι ΗΠΑ να έχουν φθάσει στην κορύφωση των δημοσιονομικών τους ελλειμμάτων.

Το μη κομματικό Congressional Budget Office προβλέπει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ θα διαμορφωθεί στο 5,8% φέτος — αμετάβλητο σε σχέση με το 2025 και πολύ υψηλότερα από τον διακηρυγμένο εδώ και καιρό στόχο του Μπέσεντ για μείωσή του στο 3% έως το 2028.

Η Σάρα Μπιάνκι της Evercore δήλωσε ότι «ενώ τα σχόλια του Μπέσεντ σηματοδοτούν εστίαση στους θεμελιώδεις παράγοντες που οδηγούν το υψηλό κόστος δανεισμού, είμαστε δύσπιστοι ως προς το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί ρεαλιστικά να κάνει κάτι σε αυτό το στάδιο για το έλλειμμα που θα έχει ουσιαστικό αντίκτυπο».

«Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση για τις επαναγορές αυτή την εβδομάδα είχε μόνο παροδική επίδραση και θεωρούμε ότι οποιαδήποτε ανακοίνωση σχετικά με το έλλειμμα θα ήταν τουλάχιστον εξίσου περιορισμένη», είπε.

Ο Σκοτ ΝτιΜάτζιο, επικεφαλής σταθερού εισοδήματος στην AllianceBernstein, πρόσθεσε ότι, για να έχει η επαναγορά πιο διαρκή επίδραση, «χρειάζεται η [Federal Reserve] να κάνει κάτι. Και στη συνέχεια πρέπει να γίνει κάτι και από την πλευρά του ελλείμματος και από την πλευρά της διαχείρισης του χρέους».

Άλλοι τόνισαν ότι το σχέδιο του Μπέσεντ για αυξημένες επαναγορές σχεδιάστηκε για να καταδείξει την ανησυχία του υπουργείου Οικονομικών και να επιβραδύνει την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, όχι για να αντιστρέψει πλήρως την ανοδική τους κίνηση.

Ο Ρόμπερτ Τιπ, επικεφαλής παγκόσμιων ομολόγων στην PGIM, υποστήριξε ότι το sell-off στην αγορά αμερικανικών ομολόγων θα ήταν εντονότερο χωρίς την παρέμβαση του Μπέσεντ.

 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο