Υπάρχει μια οικονομική απώλεια που δεν εμφανίζεται ποτέ ως αρνητικό ποσό στον τραπεζικό μας λογαριασμό: η ακινησία των χρημάτων μας.
Αν κάποιος για παράδειγμα είχε 10.000 ευρώ το 2020 και εξακολουθεί σήμερα να βλέπει 10.000 ευρώ στην κατάθεσή του, ονομαστικά δεν έχει χάσει τίποτα. Σε πραγματικούς όρους, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην Ελλάδα, με βάση το 2020=100, έφθασε τον Ιούλιο του 2026 στις 125,12 μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι το γενικό επίπεδο των τιμών είναι περίπου 25% υψηλότερο από το 2020. Ετσι, 10.000 ευρώ που έμειναν ουσιαστικά αδρανή αντιστοιχούν σήμερα σε αγοραστική δύναμη περίπου 8.000 ευρώ του 2020.
Ο αριθμός στον λογαριασμό παραμένει ίδιος. Η αξία των χρημάτων του, όμως, όχι.
Υπάρχει και μία δεύτερη, λιγότερο ορατή απώλεια: το κόστος ευκαιρίας. Δηλαδή, τι θα μπορούσαν να είχαν αποδώσει τα χρήματά μας εάν ένα μέρος τους είχε επενδυθεί μακροπρόθεσμα και με κατάλληλη διαφοροποίηση.
Η περίοδος από την έναρξη της πανδημίας είναι χαρακτηριστική. Και για να μην επιλέξουμε εκ των υστέρων το χαμηλό του Μαρτίου 2020, ας πάρουμε ως αφετηρία την 31η Δεκεμβρίου 2019, πριν από το σοκ του Covid.
Από τότε έως τις 14 Αυγούστου 2026, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών αυξήθηκε από 916,67 σε 2.623,25 μονάδες — περίπου +186%.
Στις ΗΠΑ, την ίδια περίοδο, ο S&P 500 αυξήθηκε περίπου 141%, ο Dow Jones περίπου 88% και ο Nasdaq Composite σχεδόν 198%. Οι υπολογισμοί αφορούν τη μεταβολή των δεικτών και όχι συνολικές αποδόσεις με μερίσματα, ενώ οι αμερικανικοί δείκτες εκφράζονται σε δολάρια.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι οι αγορές θα συνεχίσουν να έχουν αντίστοιχες αποδόσεις. Ούτε ότι κάποιος πρέπει να μεταφέρει όλες τις αποταμιεύσεις του σε επενδύσεις. Δείχνουν, όμως, πόσο σημαντικό μπορεί να είναι το κόστος της μακροχρόνιας αδράνειας.
Το ελληνικό τραύμα του 1999
Η μεγάλη επιφυλακτικότητα των Ελλήνων απέναντι στις επενδύσεις δεν είναι ανεξήγητη. Η χρηματιστηριακή έκρηξη του 1999 και η μεγάλη πτώση που ακολούθησε άφησαν βαθύ οικονομικό και ψυχολογικό αποτύπωμα. Η Τράπεζα της Ελλάδος χαρακτηρίζει την περίοδο ως χρηματιστηριακή κρίση, μετά την υπερθέρμανση του Χρηματιστηρίου Αθηνών.
Για πολλούς, όμως, το τραύμα εκείνης της περιόδου μετατράπηκε σε έναν απόλυτο κανόνα: «δεν επενδύω».
Εδώ βρίσκεται το λάθος. Το δίδαγμα του 1999 δεν είναι ότι πρέπει να αποφεύγουμε τις επενδύσεις. Είναι ότι πρέπει να αποφεύγουμε την κερδοσκοπία, την έλλειψη διασποράς του κινδύνου, την υπερβολική αυτοπεποίθηση και την επένδυση σε προϊόντα που δεν κατανοούμε.
Η κατάθεση, φυσικά, παραμένει απαραίτητη για τη ρευστότητα, τις έκτακτες ανάγκες και τους βραχυπρόθεσμους στόχους μας. Ομως δεν είναι αυτονόητο ότι αποτελεί την καλύτερη λύση για χρήματα που προορίζονται για δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια.
Η απάντηση είναι η χρηματοοικονομική γνώση
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού: να γνωρίζουμε τι σημαίνει πληθωρισμός, πραγματική απόδοση, ανατοκισμός, διαφοροποίηση και σχέση κινδύνου–απόδοσης και να μπορούμε να επιλέγουμε με βάση τις ανάγκες και τον χρονικό μας ορίζοντα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει συνδέσει άμεσα τον χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό με τη νέα Savings and Investments Union. Περίπου 70% των αποταμιεύσεων των ευρωπαϊκών νοικοκυριών, αξίας περίπου 10 τρισ. ευρώ, βρίσκονται σε τραπεζικές καταθέσεις, και η ευρωπαϊκή στρατηγική επιδιώκει να δημιουργήσει περισσότερες και ευκολότερες δυνατότητες ώστε οι πολίτες που το επιθυμούν να κατευθύνουν μέρος των αποταμιεύσεών τους σε παραγωγικές και καινοτόμες επενδύσεις στην Ευρώπη, ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητά της.
Ο Πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, έχει περιγράψει ακριβώς αυτή τη μετάβαση: από μια Ευρώπη αποταμιευτών σε μια Ευρώπη όπου περισσότεροι πολίτες μπορούν να γίνουν και επενδυτές, αξιοποιώντας καλύτερα τα χρήματά τους και ταυτόχρονα χρηματοδοτώντας την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Και γι' αυτό το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «κατάθεση ή επένδυση». Είναι χρηματοοικονομική γνώση ή αδράνεια. Γιατί τα χρήματα που επενδύονται χωρίς γνώση μπορεί να χαθούν. Αλλά και τα χρήματα που μένουν για πάντα ακίνητα έχουν και αυτά το κόστος τους.
Και πολλές φορές, η πιο ακριβή επένδυση μπορεί να είναι η ακινησία των χρημάτων μας.
* Ο Νικόλαος Φίλιππας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικού Αλφαβητισμού.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.