Παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα της Αγγλίας και η Fed της Νέας Υόρκης επιλέγονται από τις κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο προκειμένου να εναποθέτουν τα αποθεματικά τους χρυσό, ολοένα και περισσότερες επιλέγουν να κατανέμουν τα αποθέματά τους σε διαφορετικές χώρες, περιορίζοντας έτσι τους πολιτικούς και νομικούς κινδύνους, επισημαίνει η Goldman Sachs.
Σύμφωνα με έρευνα του World Gold Council, το 57% των κεντρικών τραπεζών που συμμετείχαν σε αυτήν διατηρούν μέρος των αποθεμάτων χρυσού τους στην Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία αποτελεί τον δημοφιλέστερο ξένο προορισμό. Ακολουθεί η Fed της Νέας Υόρκης με ποσοστό 14%.
Άλλοι επιλογές, αποτελούν είναι η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών στην Ελβετία και η Τράπεζα της Γαλλίας, ενώ και η Κίνα επιδιώκει να εξελιχθεί σε εναλλακτικό προορισμό φύλαξης του χρυσού.
Το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη παραμένουν δημοφιλείς προορισμοί κυρίως λόγω της υψηλής ρευστότητας που προσφέρουν. Ο χρυσός που φυλάσσεται εκεί βρίσκεται εντός μεγάλων δικτύων διακανονισμών, επιτρέποντας στους διαχειριστές αποθεματικών να έχουν άμεση πρόσβαση στην αγορά χωρίς να απαιτείται εκ νέου πιστοποίηση των ράβδων.
Τα δύο αυτά κέντρα δίνουν επίσης στις κεντρικές τράπεζες πρόσβαση σε ρευστότητα σε δολάρια μέσω συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων (swaps), ενώ μπορούν να αποκομίζουν έσοδα εκμισθώνοντας τα αποθέματά τους.
Η φύλαξη χρυσού στο εξωτερικό ενέχει τον κίνδυνο δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων ή περιορισμού της πρόσβασης σε αυτά. Η Goldman Sachs υπενθυμίζει τη διαμάχη το 2018 για τα αποθέματα χρυσού της Βενεζουέλας που φυλάσσονταν στην Τράπεζα της Αγγλίας.
Η διατήρηση του συνόλου των αποθεματικών στο εσωτερικό δημιουργεί, ωστόσο, άλλες προκλήσεις. Οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να καλύπτουν το κόστος για τη φυσική ασφάλεια, τους ελέγχους και την ασφάλιση των αποθεματικών, τα οποία παράλληλα μπορεί να εκτεθούν σε τοπικούς πολιτικούς ή γεωπολιτικούς κινδύνους. Η χρήση περισσότερων του ενός ξένων προορισμού περιορίζει την εξάρτηση από μία χώρα ή ένα νομικό σύστημα.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι κεντρικές τράπεζες αγόρασαν 57 τόνους χρυσού τον Ιούνιο, έναντι μέσου όρου 17 τόνων τον μήνα. Η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος αναγνωρίσιμος αγοραστής, με 40 τόνους.
Παράλληλα, η αμερικανική τράπεζα κατέγραψε την εισαγωγή 32 τόνων χρυσού στο Λονδίνο. Εκτίμησε ότι πρόκειται για μεταφορά αποθεματικών μεταξύ τραπεζών που τα φυλάσσουν και όχι για προγραμματισμένες πωλήσεις, καθώς τα αποθέματα χρυσού ξένων επίσημων φορέων στην Τράπεζα της Αγγλίας αυξήθηκαν κατά 98 τόνους μέσα στον μήνα.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η διαφοροποίηση των αποθεματικών θα παραμείνει τάση που θα διαρκέσει αρκετά χρόνια, μετά το πάγωμα των ρωσικών αποθεματικών το 2022. Διατήρησε παράλληλα την πρόβλεψή της για την τιμή του χρυσού στα 4.900 δολάρια ανά ουγκιά στο τέλος του 2026, στηριζόμενη στην εκτίμηση ότι οι κεντρικές τράπεζες θα αγοράζουν κατά μέσο όρο 50 τόνους τον μήνα φέτος.