Σε νέα φάση περνά η πίεση των ΗΠΑ προς το Ιράν, καθώς ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ποντάρει σε νέες κυρώσεις, ναυτικό αποκλεισμό και εντεινόμενη οικονομική πίεση προς τους εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης, προκειμένου να πετύχει αυτό που δεν κατάφερε τόσους μήνες: να αναγκάσει το Ιράν να αποδεχθεί μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου με τους όρους της Ουάσινγκτον, επισημαίνει το Bloomberg.
Όπως και στις προηγούμενες προσπάθειες να εξαναγκαστεί το Ιράν σε συνθηκολόγηση, ωστόσο, υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα: οι Φρουροί της Επανάστασης -που έχουν δηλώσει ότι ελέγχουν τα Στενά του Ορμούζ και έχουν εξαπολύσει κύματα επιθέσεων με drones σε ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο- ενδέχεται να μην καμφθούν από τέτοιου είδους πιέσεις και διαθέτουν πολλές δυνατότητες για αντίποινα.
Κομβικό σημείο της προσπάθειας θα είναι η ερχόμενη Δευτέρα, όταν ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει δεσμευτεί να παρουσιάσει τις λεπτομέρειες ενός σχεδίου που έχει στόχο να μετατρέψει τη σύγκρουση από τις εκατέρωθεν επιθέσεις στη Μέση Ανατολή σε πλήρη οικονομική απομόνωση του Ιράν. Η πολιτική αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει χώρες από την Κίνα και την Ινδία έως την Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Ωστόσο, οι νέες εντεινόμενες πιέσεις είναι πιθανό να επιφέρουν αντίποινα από το Ιράν στον Κόλπο, μεταξύ άλλων εναντίον ενεργειακών υποδομών, σε μια προσπάθεια να αυξηθούν οι τιμές του πετρελαίου και να καταστήσει ακριβότερη την αμερικανική εκστρατεία, αναγκάζοντας τον Τραμπ να αλλάξει και πάλι προσέγγιση.
Η Τεχεράνη δεν θα μείνει άπραγη
«Αν αυτό αποδειχθεί πραγματικά αποτελεσματικό, κάποια στιγμή το Ιράν θα αντιδράσει ξανά. Απλώς δεν θα έχει άλλη επιλογή», τονίζει ο Νέιτ Σουάνσον, ανώτερος συνεργάτης του Atlantic Council, ο οποίος μέχρι πέρυσι ασχολούταν με θέματα για το Ιράν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου. «Ο Τραμπ μπορεί να θεωρεί ότι αυτή είναι μια διαφορετική φάση του πολέμου, αλλά δεν νομίζω ότι το Ιράν το βλέπει έτσι».
Από την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει αεροπορικές επιδρομές σε χιλιάδες στόχους, αλλεπάλληλα κύματα κυρώσεων και τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα να ανταποδώσει τα πλήγματα.
Το Ιράν έχει χρησιμοποιήσει drones Shahed και βαλλιστικούς πυραύλους για να πλήξει αμερικανικές βάσεις και μη στρατιωτικούς στόχους σε ολόκληρο τον Κόλπο, μεταξύ άλλων υποδομές ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Κάτι που έχει οδηγήσει σε ουσιαστικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, έχει αυξήσει τις διεθνείς τιμές ενέργειας και έχει αναγκάσει τις πλούσιες χώρες του Κόλπου να πιέσουν την Ουάσιγκτον για διπλωματική έξοδο.
Ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ δίνει επίσης στο Ιράν σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα σε οποιεσδήποτε συνομιλίες με τις ΗΠΑ.
Ο Μπέσεντ δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι η στροφή προς τον οικονομικό αποκλεισμό «πιθανότατα σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει μεγάλης κλίμακας επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων». Οι αναλυτές, ωστόσο, δεν είναι βέβαιοι ότι το Ιράν θα απέχει από τις ανοιχτές εχθροπραξίες, ακόμη και αν το πράξουν οι ΗΠΑ.
«Αν αυτή η νέα προσπάθεια οικονομικής πίεσης αποδώσει -και αυτό είναι ένα μεγάλο "αν"- είναι πιθανότερο να δούμε στρατιωτική δράση από την πλευρά του Ιράν παρά συνθηκολόγηση, τουλάχιστον ως πρώτο βήμα», δήλωσε ο Κρις Κένεντι, επικεφαλής οικονομικής πολιτικής του Bloomberg Economics. «Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αποφάσισαν να αναστείλουν την πλήρους κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση δεν σημαίνει ότι θα πράξει το ίδιο και το Ιράν».
Άγνωστο πώς θα κινηθεί ο Λευκός Οίκος
Δεν είναι σαφές πώς ακριβώς οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να εντείνουν ουσιαστικά την οικονομική πίεση στο Ιράν, πέρα από το να στραφούν κατά της Κίνας, του βασικού αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, με κίνδυνο να προκαλέσουν αντίποινα. Η επιβολή μέτρων σε μικρότερες οντότητες σε χώρες όπως το Ιράκ, η Τουρκία ή τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι απίθανο να κάμψει την αποφασιστικότητα της Τεχεράνης.
Παρόλα αυτά , η αμερικανική πολιτική οικονομικής πίεσης έχει ήδη αντίκτυπο. Πλέον υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγήσει την ιρανική οικονομία σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις στην ιστορία της, παρά το γεγονός ότι η χώρα έχει αντέξει χρόνια ευρείας απομόνωσης.
Ήδη πριν από τον πόλεμο, η υποχώρηση του ιρανικού ριάλ είχε προκαλέσει πανεθνικές διαδηλώσεις, τις οποίες η κυβέρνηση κατέστειλε με αποτέλεσμα να σκοτωθούν χιλιάδες άνθρωποι. Από την έναρξη του πολέμου, η αγοραστική δύναμη των Ιρανών έχει καταρρεύσει, καθώς ο πληθωρισμός έχει ξεπεράσει το 80%, ενώ το νόμισμα έχει χάσει σχεδόν 30% της αξίας του μόνο φέτος.
Αυτή την εβδομάδα, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Ιράν δήλωσε ότι οι εξαγωγές πετρελαίου της χώρας έχουν «ουσιαστικά σταματήσει» λόγω του αμερικανικού αποκλεισμού, στερώντας από την κυβέρνηση την κύρια πηγή εσόδων της. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμούσε τον Απρίλιο ότι η ιρανική οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 6,1% φέτος, στη μεγαλύτερη ύφεση εδώ και δεκαετίες.
Χθες Παρασκευή, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν ζήτησε τον τερματισμό του πολέμου με τις ΗΠΑ. Οι αρμοδιότητές του, ωστόσο, περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στην εσωτερική οικονομική πολιτική, ενώ σκληροπυρηνικοί Ιρανοί αξιωματούχοι, μεταξύ άλλων από την ισχυρή στρατιωτική ηγεσία της χώρας, υποστηρίζουν ότι το Ιράν κερδίζει τον πόλεμο και θα πρέπει να συνεχίσει τη σύγκρουση.
Είναι πιθανό τα νέα μέτρα που θα ανακοινώσει τη Δευτέρα ο Μπέσεντ, σε συνδυασμό με τον συνεχιζόμενο ναυτικό αποκλεισμό, να ωθήσουν τελικά το Ιράν να επιστρέψει στην προσωρινή διπλωματική συμφωνία που είχε συνάψει με τις ΗΠΑ τον Ιούνιο, δήλωσε ο Ντέιβιντ Σένκερ, Αμερικανός διπλωμάτης για τη Μέση Ανατολή κατά την πρώτη θητεία Τραμπ.
Ωστόσο, μπορεί να χρειαστούν έως και έξι μήνες για να έχουν τα μέτρα ουσιαστικό αντίκτυπο, δοκιμάζοντας την υπομονή της κυβέρνησης Τραμπ. Ο Σένκερ επισήμανε ότι το ιρανικό καθεστώς έχει αποδείξει πως μπορεί να αντέξει σημαντικό οικονομικό κόστος, αγνοώντας σε μεγάλο βαθμό τις συνέπειες για τον πληθυσμό.
«Μπορεί να συνεχιστεί για αρκετό καιρό», εξηγεί ο Σένκερ, ο οποίος είναι πλέον συνεργάτης του Washington Institute for Near East Policy. «Το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να θεωρεί ότι διαθέτει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα και ότι βρίσκεται σε καλή θέση».