Πρώτα, μια υπενθύμιση.
Ισως διαφεύγει αλλά σαν χθες το 1843, η Ελλάδα υπέγραψε μνημόνιο με τους πρεσβευτές των τριών Μεγάλων Δυνάμεων για αντιλαϊκά μέτρα ώστε να συνεχισθεί η εξυπηρέτηση του νέου δανείου του 1832, που είχε λάβει για να αναχρηματοδοτήσει τα επονομαζόμενα δάνεια της ανεξαρτησίας του 1824-1825, τα οποία έγιναν καπνός. Η λαϊκή αντίδραση και η στρατιωτική εξέγερση υπό τον Καλλέργη ανάγκασε τον βασιλιά Οθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα στις 3 Σεπτεμβρίου.
Ομως χρειάσθηκε να φθάσουμε στο 1879 για να ανασάνει η χώρα οικονομικά και να μπορεί να δανείζεται εκ νέου από τις αγορές. Φυσικά, το 1893 χρεοκόπησε ξανά και το 1897 αναγκάσθηκε να δεχθεί τον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο. Χρειάσθηκε να φθάσουμε στο τέλος του 1999 για να αποπληρωθεί το τελευταίο από εκείνα τα δάνεια.
Τα αναφέρουμε όλα αυτά για να υπενθυμίσουμε αφενός ότι η χώρα μας έχει το κακό συνήθειο να χρεοκοπεί κάθε τόσο και αφετέρου για τους κινδύνους που εγκυμονούν όταν το κόστος του δανεισμού ανεβαίνει και το δημόσιο χρέος βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα.
Επομένως, η πρόσφατη κατακόρυφη άνοδος των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων είναι λογικό να προκαλεί προβληματισμό. Ιδίως σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, γιατί τις καθιστά ευάλωτες σε εξωγενή σoκ όπως μια ενεργειακή κρίση κ.λπ.
Πριν από καιρό είχε γίνει μια εκτίμηση πόσο θα αυξηθούν οι τόκοι που θα πληρώνει κάθε χώρα ως προς το ΑΕΠ το 2034 σε σχέση με το 2024. Όπως μπορείτε να δείτε στο σχετικό διάγραμμα, η Γαλλία και το Βέλγιο είναι οι χώρες της ΕΕ που εκτιμάται πως θα δουν τον ετήσιο λογαριασμό για τους τόκους να αυξάνεται κατακόρυφα στο 6,1% και στο 5,6% του ΑΕΠ τους το 2034. Η Ιταλία ακολουθεί με 5,5% του ΑΕΠ.
Με 3,7% του ΑΕΠ, η Ελλάδα βρίσκεται στην 6η θέση και καταγράφει μια από τις μικρότερες αυξήσεις αναλογικά. Ομως, εδώ δεν έχουν αφαιρεθεί οι θετικές επιπτώσεις στο κόστος δανεισμού από τα swaps που έχει συνάψει. Με τα τελευταία, οι τόκοι μπορεί να πέφτουν κάτω από το 3% του ελληνικού ΑΕΠ. Δεν γνωρίζουμε αν και οι άλλες χώρες έχουν κάνει κάτι το αντίστοιχο και σε τι βαθμό.
Αυτό σημαίνει ότι οι ανωτέρω χώρες θα πρέπει να καταγράφουν ισοδύναμα πρωτογενή πλεονάσματα -έσοδα μείον οι κρατικές δαπάνες χωρίς τους τόκους- για να σταθεροποιήσουν ή να μειώσουν το χρέος τους ως προς το ΑΕΠ.
Ομως, δεν είναι καθόλου εύκολο έργο να παραχθούν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 4%, 5% ή 6% του ΑΕΠ επί σειρά ετών χωρίς τη λήψη αυστηρών δημοσιονομικών μέτρων. Είτε αφορούν αυξήσεις φόρων είτε/και μειώσεις δαπανών όπως συντάξεις. Οταν οι τόκοι ανεβαίνουν, τα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας μειώνονται και επομένως είναι πιο πιθανό να ληφθούν μέτρα λιτότητας αν προκύψει κάποιο εξωτερικό σοκ.
Η αύξηση του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του δημιουργούν μελλοντικά προβλήματα τόσο στα νομίσματα όσο και σε κοινωνικές δαπάνες, π.χ. συντάξεις. Γι’ αυτό η μείωση του δημοσίου χρέους θα πρέπει να είναι προτεραιότητα. Ιδίως σε υπερχρεωμένες χώρες με έντονο δημογραφικό πρόβλημα όπως η Ελλάδα.

Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.