Για να μην ξεχνάμε.Στην Ελλάδα, η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου είτε δεν έχει πάρει ποτέ δάνειο, είτε έχει πάρει και το έχει αποπληρώσει, είτε έχει πάρει και το αποπληρώνει κανονικά.
Μάλιστα, οι συνεπείς δανειολήπτες «σηκώνουν» εν μέρει το βάρος εκείνων που δεν πληρώνουν για τον οποιοδήποτε λόγο, ασχέτως αν δεν το ξέρουν.
Ακολουθώντας την πεπατημένη και με το βλέμμα προφανώς στις εκλογές, ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε χθες μια νέα δέσμη μέτρων με διεύρυνση του αριθμού των δόσεων για την αποπληρωμή οφειλών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία στις 120 από 72, με ελάχιστη μηνιαία καταβολή τα 30 ευρώ. Μάλιστα, η περίμετρος των δικαιούχων διευρύνθηκε καθώς μπορούν να ενταχθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές έως το τέλος του 2024. Επιπλέον, ανακοίνωσε αυστηρότερους όρους στη λειτουργία των servicers, βάζοντας το ανώτατο όριο προκαταβολής στο 15% της οφειλής.
Για τις νέες οφειλές παραμένει η πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων αλλά ενδεχομένως θα ενταθούν στο νέο, ευνοϊκότερο πλαίσιο των 120 δόσεων, δηλαδή μιας δεκαετίας, τα επόμενα χρόνια, με βάση την ελληνική πολιτική πρακτική.
Αναμφίβολα, υπάρχουν κάποια επιχειρήματα υπέρ τέτοιων ρυθμίσεων που προβάλλονται ιδιαίτερα στη χώρα μας από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς. Οι ρυθμίσεις βοηθούν οφειλέτες οι οποίοι αντιμετωπίζουν αντικειμενικές δυσκολίες πληρωμής να ανταπεξέλθουν και να αποφύγουν πλειστηριασμούς. Έτσι μπορούν να διευθετήσουν τα χρέη τους και να ενταχθούν στην οικονομία και παράλληλα το δημόσιο θα μπορέσει να εισπράξει κάποια χρήματα που διαφορετικά θα έχανε.
Ομως, υπάρχουν επίσης επιχειρήματα εναντίον τέτοιων ρυθμίσεων, που συνήθως δεν λαμβάνουν της ίδιας προβολής. Πρώτον, οι επαναλαμβανόμενες ρυθμίσεις δημιουργούν ευλόγως προσδοκίες στους οφειλέτες ότι θα επαναληφθούν στο μέλλον με τους ίδιους ή ευνοϊκότερους όρους. Επομένως, δημιουργούν αντικίνητρα για πληρωμές.
Δεύτερον, οι συνεπείς οφειλέτες αισθάνονται κορόιδα και υπονομεύεται η εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς. Αυτό οδηγεί μεσοπρόθεσμα σε μείωση της συμμόρφωσης.
Τρίτον, τέτοιες ρυθμίσεις, ιδίως οι οριζόντιες, μπορούν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, ανεβάζοντας δυνητικά το κόστος δανεισμού του κράτους και του ιδιωτικού τομέα.
Στην Ελλάδα, δυστυχώς, έχουμε επίσης ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα. Τα δηλωμένα εισοδήματα υπολείπονται αισθητά των πραγματικών λόγω εκτεταμένης φοροδιαφυγής φοροκλοπής και γενικότερα διαφθοράς.
Αυτό καθιστά ακόμη και τις στοχευμένες ρυθμίσεις, δηλαδή εκείνες που απευθύνονται στους πραγματικά αδύνατους, προβληματικές. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις τον πραγματικά αδύνατο από τον στρατηγικό κακοπληρωτή που δηλώνει ψίχουλα και εμφανίζεται χωρίς περιουσιακά στοιχεία, μιας και τα έχει μεταφέρει ή πουλήσει εικονικά σε τρίτους εντός ή εκτός Ελλάδας.
Ασφαλώς, προβλέπονται νομικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των ρυθμίσεων. Όμως, η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι δεν ήταν τόσο αποτελεσματικές στην αποτροπή τέτοιων συμπεριφορών.
Όταν λοιπόν βάζουμε τα συν και τα πλην κάτω, δεν μπορούμε να μη συμπεραίνουμε ότι οι επαναλαμβανόμενες ρυθμίσεις χρεών βοηθάνε λίγους αλλά κάνουν κακό μεσοπρόθεσμα σε πολύ περισσότερους και στην εθνική οικονομία.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.