Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Η χρηματιστηριακή ευφορία και οι μύθοι

Είναι σαφές ότι το Χρηματιστήριο έχει λάβει ώθηση και από την είσοδο ξένων κεφαλαίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα μείνουν, όταν κρίνουν ότι μπορούν να εξακολουθήσουν να αποκομίζουν κέρδη. Σε άλλες θα φύγουν, όπως το έχουν κάνει στο παρελθόν και σε άλλες αγορές. Το ερώτημα είναι αν αυτή η ανοδική πορεία μπορεί να συνεχιστεί με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν στη μακροοικονομία και στις επιχειρήσεις, επισημαίνει ο Αντώνης Κεφαλάς.

Η χρηματιστηριακή ευφορία και οι μύθοι
του Αντώνη Κεφαλά

H ενδιάμεση έκθεση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική περιέχει στοιχεία για την άντληση κεφαλαίων από το Χρηματιστήριο Αθηνών που περιγράφουν μια εικόνα διόλου αισιόδοξη για το μέλλον.

Συγκεκριμένα, μετά τις εξάρσεις της περιόδου 1999 - 2000 είχαμε ξανά μια έξαρση το 2005, ενώ το 2006, τουλάχιστον με βάση τα στοιχεία του εννεαμήνου Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου, βλέπουμε νέες υπερβολές. Το βασικό πρόβλημα εστιάζεται στο γεγονός ότι οι τράπεζες -και μάλιστα μόνο δύο- έχουν αντλήσει περίπου τα 2/3 του συνόλου για το 2005 και το 90% για το 2006.

Η άνοδος στην άντληση κεφαλαίων είναι μεγάλη για τις επιχειρήσεις μόνο το 2005 -από 292 εκατ. ευρώ το 2004 σε 1.031 εκατ. το 2005- ενώ για τις τράπεζες τα 185 εκατ. ευρώ που άντλησαν τέσσερις από αυτές το 2004 έγιναν 136 εκατ. το 2005 και 3 δισ. το 2006. Μολονότι η άντληση κεφαλαίων δεν καθορίζει την πορεία όλων των τιμών των μετοχών, είναι γεγονός ότι αποτελεί συντελεστή που προσδίδει δυναμικότητα και προοπτική σε μια αγορά.

Το μεγάλο ειδικό βάρος, όμως, που αποκτά μια τράπεζα με τόσο μεγάλη παρουσία στην αποκόμιση κεφαλαίων δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι όποιες ευνοϊκές επιδράσεις στην υπόλοιπη αγορά έχουν (μεσοπρόθεσμα και δυνητικά) περισσότερο αποσταθεροποιητικό παρά ευνοϊκό χαρακτήρα. Εξάλλου, έχει σημασία αν η άντληση γίνεται από νέα εταιρεία ή από υπάρχουσες. Το 2006 τα στοιχεία αφορούν σε οκτώ εταιρείες και μόνο η μία ήταν νέα - αντλώντας 86 εκατ. ευρώ. Το 2005 οι ”νέες” αντλήσεις ήταν μόλις 60 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, τα παραπάνω δείχνουν ότι οι εταιρείες που προσφεύγουν στο χρηματιστήριο είναι ολοένα και λιγότερες - τουλάχιστον αν κρίνουμε από την τελευταία διετία. Η έξαρση του 2005 αφορούσε και στις εταιρείες και στις τράπεζες -αν και οι τελευταίες πήραν τη μερίδα του λέοντος.

Συγκρίνοντας τα έτη 2005 και 2006 με αναφορά στα αντίστοιχα πρώτα εννεάμηνα, βλέπουμε ότι τα κεφάλαια που αντλήθηκαν το 2006 ήταν περίπου διπλάσια από το 2005 και τριπλάσια σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2001 - 2005. Επίσης, η αξία των ημερήσιων συναλλαγών το 2006 ήταν διπλάσια από το 2005 και υπερδιπλάσια από τον μέσο όρο της πενταετίας 2001 - 2005.

Η πορεία του Γενικού Δείκτη αρχίζει να είναι ανοδική από το 2003 και μετά. Στην αρχή η άνοδος είναι ομαλή ή λογική - κατά μία έννοια. Η έκρηξη του 2006 συνοδεύτηκε από τη γνωστή πτώση (διόρθωση αποκαλείται για ευνόητους λόγους) του διμήνου Απριλίου - Μαΐου και στη συνέχεια πήρε και πάλι την ανιούσα. Το ερώτημα είναι αν αυτή η ανοδική πορεία μπορεί να συνεχιστεί με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν στη μακροοικονομία και στις επιχειρήσεις.

Είναι σαφές ότι η είσοδος ξένων κεφαλαίων έδωσε ώθηση στο χρηματιστήριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα μείνουν - όταν κρίνουν ότι μπορούν να εξακολουθήσουν να αποκομίζουν κέρδη. Σε άλλες θα φύγουν -όπως το έχουν κάνει στο παρελθόν και σε άλλες αγορές.

Η αισιοδοξία που διακρίνει πολλούς παρατηρητές εστιάζεται κυρίως σε τρεις παράγοντες:

* Στην προσέγγιση των ελληνικών Ρ/Ε στα ευρωπαϊκά επίπεδα.

* Στο ειδικό βάρος που έχει ο τραπεζικός τομέας στην Ελλάδα.

* Στην υπερβάλλουσα ρευστότητα που υπάρχει στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, η οποία υποτιμά το ρίσκο στην αναζήτηση απόδοσης.

Στο παρελθόν, τα μακροοικονομικά δεδομένα έπαιζαν ρόλο. Σημασία είχαν το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος, ο πληθωρισμός και η σταθερότητα του οικονομικού και ειδικότερα του φορολογικού πλαισίου.

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. παρουσίασε δείγματα συμπεριφοράς που αντιμετωπίστηκαν θετικά από τους ξένους θεσμικούς επενδυτές. Η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική εξισορρόπησε ως ένα βαθμό τον φόβο για το τεράστιο δημόσιο χρέος. Η σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής επίσης εντυπωσίασε - ως διαμόρφωση κλίματος. Και η μείωση των φορολογικών συντελεστών έπεισε σε πρακτικό επίπεδο.

Όπως αναφέρεται, εξάλλου, στην έκθεση της ΤτΕ, οι προσδοκίες είναι ότι η αποδοτικότητα ανά μετοχή και η μερισματική απόδοση του Γενικού Δείκτη θα αυξηθούν από τα σημερινά επίπεδα του 6,4% και 2,5% αντίστοιχα στα ευρωπαϊκά επίπεδα του 7,5% και 2,9%. Η διαφορά, όμως, είναι αρκετά μικρή ώστε να μπορεί να θεωρηθεί μάλλον δύσκολη η κάλυψή της, με δεδομένες τις σημαντικές στρεβλώσεις που παρουσιάζει η επιχειρηματική δράση στην Ελλάδα.

Παράλληλα, χρειάζεται να αξιολογηθεί και το γεγονός ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα είναι περίπου ανύπαρκτες. Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου 2006, η εκροή κεφαλαίων αφορούσε κυρίως στην επένδυση της Εθνικής στη Finansbank και η εισροή στην επένδυση στην Εμπορική της Credit Agricole. Επένδυση με τη μορφή greenfield δεν έγινε. Οι ξένοι παίζουν το χρηματιστηριακό παιχνίδι, επειδή γνωρίζουν ότι μπορούν εύκολα να επηρεάσουν ή ακόμη και να καθοδηγήσουν μια μικρή και ρηχή χρηματιστηριακή αγορά όπως η ελληνική. Για μόνιμη παρουσία, όμως, δεν ενδιαφέρονται. Μπορεί αυτό να αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι και για το χρηματιστήριο; Μάλλον.

Τέλος, το ελληνικό χρηματιστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει τις ενδείξεις κινδύνου που προέρχονται από το εξωτερικό. Δεν είναι μόνο η άνοδος των επιτοκίων, που ενδέχεται να συνεχιστεί ακόμη και εν μέσω εξελίξεων οι οποίες υποδηλώνουν συγκράτηση της ανάπτυξης. Δεν είναι μόνο η υπερβολική ρευστότητα, που κυριολεκτικά λυμαίνεται το σύστημα στην αναζήτηση αποδόσεων. Είναι και η καταστροφή στοιχείων του ενεργητικού από τις εταιρείες private equity, οι οποίες δημιουργούν αυτό που το έγκριτο ”Business Week” αποκαλεί ”βόμβες χρέους”.

Στο παρελθόν, τα λεγόμενα ”leveraged buy outs” λειτουργούσαν μεν με τη λογική της διάλυσης μιας εταιρείας και της πώλησης των επιμέρους στοιχείων της, αλλά αυτό γινόταν αφού είχε προηγηθεί μια συνεπής και συχνά χρονοβόρα προσπάθεια εξυγίανσής τους.

Στη σημερινή πρακτική των εξαγορών από τις εταιρείες ιδιωτικών κεφαλαίων, η τάση είναι αφενός μεν να χρεώνονται τεράστιες και μάλιστα επαναλαμβανόμενες αμοιβές που επιβαρύνουν την εταιρεία η οποία εξαγοράζεται και επιπλέον:

* Οι εταιρείες φορτώνονται πολλά χρέη που συχνά τις οδηγούν στη χρεοκοπία.

* Οι εταιρείες private equity φέρνουν τις εταιρείες στο χρηματιστήριο για δημόσια εγγραφή πολύ γρήγορα και χωρίς να έχει προηγηθεί μια ορθή μορφή εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης.

Το μέλλον -και ούτε καν το μακρινό- διαγράφεται κάπως σκοτεινό. Επειδή το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει επιβιώσει με σχετικά μικρό κόστος σε όλες τις κρίσεις των τελευταίων ετών -αρχής γενομένης από το 1987- έχει πλέον δημιουργηθεί ο μύθος ότι τίποτα δεν μπορεί να συμβεί. Κι αν συμβεί μπορούμε πάντα να το ελέγξουμε. Οι μύθοι είναι μύθοι. Οι μύθοι πεθαίνουν, κατά κανόνα. Κανένας μύθος στην οικονομία δεν έχει επιζήσει.

(αναδημοσίευση από το φύλλο 452 της εφημερίδας ”ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ”, 17-21/11/2006)


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο