Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Το μετέωρο βήμα της κυβέρνησης

Η πορεία της οικονομίας δύσκολα θα είναι ευνοϊκή από εδώ και πέρα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έχει καταβάλει το υπουργείο Οικονομίας, υποστηρίζει ο Αντώνης Κεφαλάς τονίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν ξεσήκωσαν την ελάχιστη λαϊκή κατακραυγή και ενείχαν το μικρότερο -πραγματικό ή και εικονικό- πολιτικό κόστος.

Το μετέωρο βήμα της κυβέρνησης
του Αντώνη Κεφαλά

Mε ολοένα μεγαλύτερη έμφαση η κυβέρνηση αποδεικνύει την επιτυχία της οικονομικής πολιτικής της με αναφορά στον ρυθμό ανάπτυξης, στις επενδύσεις και στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Αναδεικνύονται, επίσης, διάφορες επιμέρους κινήσεις - όπως παραδείγματος χάριν η διευθέτηση μέρους του προβλήματος των συμβασιούχων, η απλοποίηση ορισμένων γραφειοκρατικών διαδικασιών, η φορολογική μεταρρύθμιση, ο αναπτυξιακός νόμος, η αλλαγή του καθεστώτος για τις υπερωρίες κ.ο.κ.

Οι αναφορές είναι ακριβείς. Παραβλέπουν, όμως, μερικούς σημαντικούς παράγοντες:

* Επενδύσεις μπορεί να γίνονται, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η αξία τους για την οικονομία, δηλαδή η παραγωγικότητά τους και ως εκ τούτου η συμβολή τους στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Τα κομμουνιστικά κράτη έκαναν υψηλές επενδύσεις, αλλά αυτό δεν τα έκανε πλούσια και πάντως δεν έκανε τη ζωή των κατοίκων τους καλύτερη.

* Οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν λένε τίποτα. Αυτό που μετρά είναι η ποιότητα της ανάπτυξης, και στην Ελλάδα αυτή υστερεί τραγικά γιατί η άνιση κατανομή του εισοδήματος αυξάνεται, τα φαινόμενα του κοινωνικού αποκλεισμού μεγεθύνονται και η κατανάλωση εξακολουθεί έτσι κι αλλιώς να είναι ”βασιλιάς”, κι αυτή στηρίζεται σε δανεικά - των νοικοκυριών.

* Η ανεργία μειώνεται ελαφρά, αλλά η ανεργία των νέων αυξάνεται.

* Η δανειακή επιβάρυνση της χώρας ολοένα και διογκώνεται. Κάθε χρόνο διαθέτουμε το 13,5% του εισοδήματός μας για να πληρώσουμε χρεολύσια και τόκους - και το ποσό αυτό θα αυξηθεί στο μέλλον.

Στην ουσία, δηλαδή, όλες αυτές οι αναφορές μιλάνε για μια -καλύτερη από του ΠΑΣΟΚ;- διαχείριση της εξουσίας. Δεν συνιστούν μια συντεταγμένη μεταρρυθμιστική πολιτική, με σαφείς στόχους, ξεκάθαρα χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Το μέλλον της χώρας, όμως, εξαρτάται από τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος. Η ολιγωρία στο θέμα αυτό είναι τεράστια και το κόστος της θα αποκαλυφθεί στο αμέσως εγγύς μέλλον.

Το πρόβλημα έχει τρεις βασικές διαστάσεις:

* Το προεκλογικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας κάλυπτε τα πάντα - χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντιδράσεις που αναπόφευκτα θα προέκυπταν και χωρίς δεσμευτικές προτεραιότητες. Ήταν ένα πρόγραμμα που αντιμετωπίστηκε από το κόμμα με τη λογική ”το φτιάχνουμε και μετά βλέπουμε”.

* Παρά την τάση του εκλογικού σώματος να ψηφίσει ”αλλαγή”, η ψήφος αυτή ήταν περισσότερο αποδοκιμασία του ΠΑΣΟΚ και λιγότερο πίστη στη Νέα Δημοκρατία. Κανένας ψηφοφόρος δεν είχε διαβάσει το πρόγραμμα. Και, παρεμπιπτόντως, κανένας βουλευτής δεν το είχε πιστέψει

* Όταν ήρθε η στιγμή να προχωρήσουν ορισμένες μεταρρυθμίσεις, τότε η κυβέρνηση ανακάλυψε ότι οι δικές της δυνάμεις δεν τη στήριζαν ολοκληρωτικά, η δε κοινωνία ήταν ελάχιστα ενήμερη, ιδιαιτέρως άσχημα προετοιμασμένη για οτιδήποτε δεν είχε ”περάσει” από το μπαλκόνι των προεκλογικών λόγων και ”υπερβολικά” έτοιμη να την εγκαλέσει για αθέτηση υποσχέσεων.

Το αποτέλεσμα αυτών των προβληματικών διαστάσεων φάνηκε καθαρά -και αυτό είναι απλώς ένα καλό παράδειγμα- με το θέμα των λιμανιών. Η απόφαση καθυστέρησε να ληφθεί. Όταν αποφασίστηκε, η στιγμή δεν ήταν η κατάλληλη - με την αγορά να προετοιμάζεται για τα Χριστούγεννα.

Η απόφαση δεν στηρίχτηκε σε καμία προετοιμασία - είτε της κοινής γνώμης είτε των θεσμικών οργάνων. Της απόφασης δεν προηγήθηκε καμία ουσιαστική προσπάθεια να επιχειρηθεί ένα ελάχιστο συνδιαλλαγής με τα σωματεία - έστω κι αν αυτή θεωρείτο εκ προοιμίου ανεπιτυχής. Και τώρα που το πρόβλημα έχει ξεσπάσει σε όλο του το μεγαλείο, η ενημέρωση εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας είναι στην καλύτερη περίπτωση ανεπαρκής και -στην πράξη- ανύπαρκτη.

Όλες οι κοινωνίες φοβούνται τις αλλαγές. Η αντίδρασή τους, λοιπόν, είναι βαθιά συντηρητική, εκτός κι αν βρεθεί ένας ηγέτης ικανός να συναρπάσει, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου και -σε ορισμένες στιγμές- ο ώριμος Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο πρώτος πρόσφερε το όραμα για ”καλύτερες ημέρες” και ο δεύτερος το αίσθημα της ασφάλειας εν μέσω κινδύνων.

Χωρίς χαρισματικούς ηγέτες το κοινωνικό σύνολο θα στηρίξει εκείνες τις αλλαγές που θα το πείσουν ότι τα οφέλη τα οποία θα αποκομίσει υπερκαλύπτουν το κόστος που θα υποστεί - αληθινό ή εικονικό. Για να γίνει αυτό χρειάζονται ο ορθολογικός σχεδιασμός, η ολοκληρωμένη, συνεχής και σαφής ενημέρωση και οι προσεκτικοί χειρισμοί της διαδικασίας.

Πάνω απ’ όλα, όμως, χρειάζεται αφενός η συμφωνία των κοινωνικών εταίρων - και η αναφορά εδώ είναι στο σύνολο των δυνάμεων της αγοράς. Αφετέρου, χρειάζεται η στήριξη του συνόλου του κυβερνώντος κόμματος. Δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται αποφάσεις για τις οποίες οι θεσμοθετημένοι κοινωνικοί εταίροι δεν έχουν ενημερωθεί, ενώ ο άμεσα αρμόδιος φορέας -ο ΟΛΠ στην προκειμένη περίπτωση- διαφωνεί ως προς τη χρονική στιγμή.

Και, ακόμη περισσότερο, δεν είναι δυνατόν τη μια στιγμή υπουργοί να συμφωνούν με τον συνάδελφό τους και την άλλη, μόλις βλέπουν τα σκούρα, να αποσύρουν -άλλοι φανερά και άλλοι ”κρυφά”- την υποστήριξή τους.

Δυστυχώς, η πορεία της οικονομίας δύσκολα θα είναι ευνοϊκή από εδώ και πέρα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έχει καταβάλει το υπουργείο Οικονομίας και παρά τις -μετρημένες- μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει. Ήταν και είναι όλες τους μεταρρυθμίσεις που ξεσήκωσαν την ελάχιστη λαϊκή κατακραυγή και ενείχαν το ελάχιστο -πραγματικό ή και εικονικό- κόστος για την κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικό είναι το διπλό θέμα της παιδείας και της αγοράς εργασίας. Στην Ευρώπη -στην οποία υποτίθεται ότι ανήκουμε- καθώς και στις ΗΠΑ (αλλά εκεί είναι... κοινωνικά ανάλγητοι!) αποτελεί πλέον κοινό τόπο η παραδοχή ότι η οικονομική επιτυχία εξαρτάται πρωταρχικά από δύο παράγοντες: τη μορφή και την ποιότητα της παιδείας και την ευελιξία της αγοράς εργασίας. Στη χώρα μας και τα δύο θέματα έχουν δαιμονοποιηθεί.

Το πρώτο από τη μια μεριά έχει εγκλωβιστεί σε μια διαμάχη των πολιτικών δυνάμεων στο όνομα του λαϊκισμού και από την άλλη βρίσκεται στην ομηρία μιας κλειστής κάστας αιώνιων φοιτητών και μιας άλλης ομάδας τους που βλέπει το πανεπιστήμιο ως βήμα κομματικής αναρρίχησης. Το δεύτερο αντιμετωπίζεται με τη λογική της διαφύλαξης των θέσεων εργασίας που υπάρχουν - με αποτέλεσμα οι άνεργοι να είναι απόντες από όλες τις εξελίξεις. Η τύχη τους έχει παραδοθεί στα ανεπαρκή χέρια μιας γραφειοκρατίας που διευθύνει τον ΟΑΕΔ προς όφελος άλλων.

Ως αποτέλεσμα η ανάπτυξη είναι εύθραυστη, και πάντως δεν εξασφαλίζει τη δυνατότητά μας να συμμετάσχουμε στην παγκόσμια παραγωγή πλούτου. Το μέλλον μας διαγράφεται έτσι όπως των φτωχών συγγενών: η Ελλάς βαδίζει ολοταχώς στην έσχατη θέση στην Ευρώπη. Σε λίγο θα είμαστε... υπερήφανοι μόνο για την κακή ποιότητα του τουρισμού μας, για τα ελάχιστα γεωργικά προϊόντα μας που θα εξάγονται και την άναρχη (ως προς την εσωτερική πληροφόρηση και τη δυνατότητα να παίζονται ”παιχνίδια”) χρηματοπιστωτική αγορά μας.

Τα νούμερα μπορεί να ευημερούν, το χρηματιστήριο μπορεί να προσφέρει συγκινήσεις και όνειρα, αλλά η σκληρή πραγματικότητα θα είναι η υποβάθμιση της ζωής μας - εκτός κι αν αλλάξουμε πλεύση.

(αναδημοσίευση από το φύλλο 455 της εφημερίδας ”ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ”, 8-12/12/2006)


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο