Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ασφαλιστικό: Ατολμία ακόμη και για ...συζήτηση

Η ατολμία μπροστά στη ρήξη είναι ένα πράγμα. Η ελληνική κοινωνία, όμως, είναι ακόμη πιο σοβαρά ελλειμματική. Δεν τολμά καν να συζητήσει. Δεν θέλει να διερευνήσει, να εξετάσει, να διαγνώσει. Δεν θέλει να λάβει καλά πληροφορημένες και τεκμηριωμένες αποφάσεις, με πλήρη γνώση των θετικών και αρνητικών στοιχείων των επιλογών της. Το εξορκίζει λέγοντας πως δεν υπάρχει. Σε αυτή τη νοοτροπία παγιδεύεται και η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού. Γράφει ο Αντώνης Κεφαλάς.

Ασφαλιστικό: Ατολμία ακόμη και για ...συζήτηση
Γράφει ο Αντώνης Κεφαλάς

Οι επισημάνσεις της έκθεσης του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία θα όφειλαν να δώσουν το έναυσμα για να ξεκινήσει μία ανοιχτή, ευρεία, χωρίς προκαταλήψεις συζήτηση για τα διαρθρωτικά εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσει η χώρα μας.

Αν τα εμπόδια αυτά δεν αρθούν, τότε η περιθωριοποίηση μας στο πλαίσιο το παγκόσμιου οικονομικού συστήματος θα είναι βεβαία. Περιθωριοποίηση σημαίνει χαμηλό βιοτικό επίπεδο και κοινωνικές συγκρούσεις, απομάκρυνση από τις σύγχρονες εξελίξεις, υποβάθμιση ποιότητας ζωής.

Ως κοινωνία επαιρόμαστε για τα επιτεύγματα μας. Αυτά συνήθως αναφέρονται σε διάφορα μακροοικονομικά μεγέθη. Και πράγματι. Πολλοί από τους δείκτες εξελίσσονται ενθαρρυντικά. Δίκαια η κυβέρνηση για τη μακροβιότητα και το ύψος του ρυθμού ανάπτυξης, που επιπλέον στηρίζεται στις επενδύσεις και στις εξαγωγές –και όχι στις κρατικές επιδοτήσεις και παρεμβάσεις. Σωστά αναδεικνύει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα έχουμε ένα μεγαλύτερο εισόδημα απ’ αυτό που κατέγραφαν μέχρι σήμερα οι επίσημες στατιστικές. Όχι άδικα, προβάλλει το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Υπάρχουν, όμως, αντινομίες –πολλές από τις οποίες επισημαίνονται στην έκθεση του ΟΟΣΑ. Δεν είναι αντινομίες που προέρχονται από λογιστικά τρικ ή άλλα ”μαγειρέματα” στατιστικών μεγεθών. Είναι αντινομίες εγγενείς στη δομή της οικονομίας και στη μορφή της οικονομικής ανάπτυξης. Είναι αντινομίες που ουσιαστικά πηγάζουν από την αδυναμία μας να προχωρήσουμε σε γενναίες μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίσουν το μέλλον μας –το δικό μας και των παιδιών μας.

Διόλου τυχαία, η αδυναμία αυτή είναι πολιτική και με την ευρεία έννοια, κοινωνική. Για πολλά χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μάθαμε στο Κράτος-Πατερούλη –ή, όπως το είχε αποκαλέσει ο αείμνηστος Θανάσης Κανελλόπουλος, στο Κράτος–Νυχτοφύλακα. Αυτό φρόντιζε για τα πάντα: από την ανάπτυξη με επιδοτήσεις και δάνεια μέχρι την απασχόληση και την --έστω υποτυπώδη-- κοινωνική πρόνοια.

Σήμερα, που είμαστε υποχρεωμένοι ως άτομα, ως οικογένειες, ως επιχειρήσεις να βασιστούμε στις δικές μας δυνάμεις, ανακαλύπτουμε ότι ιδεολογικά μεν έχουμε καταδικάσει αυτήν την ίδια της έννοιας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, πρακτικά δε έχουμε δημιουργήσει ένα τέρας κρατικής δράσης και παρέμβασης, που έχει αποκτήσει τη δική του αυθύπαρκτη δυναμική και το οποίο από τη φύση του εμποδίζει την εκδήλωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Η κοινωνία μας ως σύνολο έχει αυτοπαγιδευθεί. Η εξάρτηση από το Κράτος φάνηκε –και ήταν- φυσιολογική και αναπόφευκτη μετά τις καταστροφές των Πολέμων –Παγκόσμιου και Εμφύλιου. Στη συνέχεια βολευτήκαμε. Αναγάγαμε την εξάρτηση σε τέχνη και εκθρέψαμε έτσι την κομματικοκρατία.

Σήμερα, θέλουμε να ξεφύγουμε για να πάμε μπροστά, αλλά είμαστε παγιδευμένοι σε μία πανίσχυρη πραγματικότητα που από μόνη της αποτελεί εμπόδιο στην αλλαγή. Και επειδή σχεδόν όλοι έχουν συμφέροντα που είναι συνυφασμένα με την πραγματικότητα αυτή, κανείς δεν αποτολμά τη ρήξη.

Υπάρχει και χειρότερο

Η ατολμία μπροστά στη ρήξη είναι ένα πράγμα. Η ελληνική κοινωνία, όμως, είναι ακόμη πιο σοβαρά ελλειμματική. Δεν τολμά καν να συζητήσει. Δεν θέλει να διερευνήσει, να εξετάσει, να διαγνώσει. Δεν θέλει να λάβει καλά πληροφορημένες και τεκμηριωμένες αποφάσεις, με πλήρη γνώση των θετικών και αρνητικών στοιχείων των επιλογών της.

Στην καλύτερη περίπτωση προσέρχεται στο τραπέζι της συζήτησης με προκαθορισμένες θέσεις, που συχνά-πυκνά δεν είναι τίποτα περισσότερο από ξεκάθαρες προκαταλήψεις. Στη χειρότερη περίπτωση αρνείται τη συζήτηση. Εθελοτυφλεί ως προς την ύπαρξη του προβλήματος. Το εξορκίζει λέγοντας πως δεν υπάρχει. Ζει, έτσι, σε μία εικονική πραγματικότητα, όπου το μόνο απτό είναι η άρνηση και η εξάρτηση από το Κράτος και την κομματικοκρατία. Φοβάται την όποια αλλαγή, οπότε επιλέγει τη μη αλλαγή.

Στην έκθεση του ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι με τα σημερινά δεδομένα το 2050 η δαπάνη για το ασφαλιστικό θα φτάσει σχεδόν στο 25% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Δεν υπάρχει καμία οικονομία στον κόσμο που να μπορεί σηκώσει αυτό το βάρος. Ποια είναι η δική μας αντίδραση; Κυμαίνεται από την περιφρόνηση ή και την ανοιχτή επίθεση ενάντια στις… ”βλακείες” που λέγει ο διεθνής οργανισμός μέχρι την επίθεση κατά της κυβέρνησης –που τόλμησε να τον ακούσει ή που έστω διανοήθηκε να συζητήσει γι’ αυτές. Σε άτακτη υποχώρηση τράπηκε το υπουργείο οικονομίας, τη σιωπή επέλεξε σύσσωμη η υπουργική ομάδα με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό, σε δήθεν ”έξυπνες” τοποθετήσεις κατέφυγαν οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι.

Η Αντιπολίτευση είδε την ιστορία ως ευκαιρία να επιτεθεί στην κυβέρνηση. Τα συνδικάτα ως την κατάλληλη στιγμή να επιδείξουν τη ξενοφοβία τους και να επιβεβαιώσουν την προσήλωση τους στις άκαμπτες και ανυποχώρητες θέσεις τους. Η κοινωνία επαναπαύτηκε πίσω από τα τοίχοι που ύψωσαν οι ταγοί της και αισθάνθηκε ξανά την ασφάλεια της άγνοιας. Φοβόμαστε το αύριο, οπότε το αποτάσσουμε αγνοώντας το!

Μία δόση πραγματικότητας

Πέρα από τα όποια επιτεύγματα της περιόδου 2004-2007, η εικόνα που διαγράφεται για το σήμερα και το άμεσο αύριο της ελληνικής οικονομίας με βάση τις θέσεις του ΟΣΑ είναι η εξής:

• Σταθεροποίηση του ρυθμού ανάπτυξης με επιβράδυνση του στα επίπεδα του 3,5% - 4%.

• Σταθεροποίηση του πληθωρισμού με μικρή άνοδο του στο ύψος του 3,3%.

• Μικρή περαιτέρω μείωση της ανεργίας, στα επίπεδα του 8%, αλλά χωρίς προοπτική άλλης ευνοϊκής εξέλιξης.

• Συντήρηση του δημοσιονομικού ελλείμματος σε επίπεδα κάτω του 3% του ΑΕΠ.

Οι μεγάλοι κίνδυνοι που διαβλέπει ο ΟΟΣΑ εστιάζονται στο ασφαλιστικό. Στη δομή και μορφή της ανεργίας –όπου οι νέοι που δεν βρίσκουν δουλειά δεν υπολογίζονται στην ανεργία ενώ παράλληλα ο αριθμός τους όλο και διογκώνεται. Στην ποιότητα της παιδείας και ιδιαίτερα της τριτοβάθμιας – που σημαίνει ότι περιορίζεται η δυνατότητα μας να απορροφούμε τις νέες τεχνολογίες και να βελτιώνεται η παραγωγικότητα μας. Στα εμπόδια στον ανταγωνισμό που βάζει το ίδιο το Κράτος.

Και, τέλος, στη δομή και στο κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την αγορά εργασίας και που χειροτερεύουν: το ασφαλιστικό (διότι εμποδίζονται γενικά οι προσλήψεις) την ανεργία (διότι δεν υπάρχει η ευελιξία να διευκολυνθεί η πρόσληψη νέων ατόμων) και την ανταγωνιστικότητα (διότι δεν προβλέπεται ένα πλαίσιο που να διευκολύνει την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και τομέων).

Όσοι νομίζουν ότι αυτά είναι …θεωρίες ας μείνουν να κοιμούνται στην άγνοια τους. Όσοι ανησυχούν έχουν καθήκον να ενθαρρύνουν τουλάχιστον την ανοιχτή συζήτηση. Οι ηγεσίες που προφυλάσσουν τα κομματικά κεκτημένα πίσω από τον επικοινωνιακό εφησυχασμό δεν προσφέρουν καμία υπηρεσία στον τόπο.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο