Τι να περιμένουμε μετά τη συμφωνία για το χρέος

Γιατί δεν χωρά ούτε θριαμβολογία, ούτε καταστροφολογία. Η επόμενη ημέρα για την οικονομία και το παράδειγμα Χότζα και Τσαουσέσκου. Οι δύο κριτικές και η... τρίτη άποψη. Γράφει ο Β. Παζόπουλος.

Τι να περιμένουμε μετά τη συμφωνία για το χρέος
  • του Βασίλη Παζόπουλου*

Για την περίφημη συμφωνία για το χρέος δεν υπήρξε ούτε θρίαμβος, ούτε πανωλεθρία. Το θετικό είναι ότι τελειώνει η εκκρεμότητα. Για τα επόμενα χρόνια, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης, δεν υφίσταται η αβεβαιότητα της χρεοκοπίας. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις επενδύσεις, καθώς οι επενδυτές το πρώτο που απεχθάνονται είναι η αβεβαιότητα.

Το μειονέκτημα της συμφωνίας παραμένει η δέσμευση για τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022 της τάξης του 3,5% και αργότερα κοντά στο 2% μέχρι το 2060. Γιατί είναι μειονέκτημα; Γιατί τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι από τη φύση τους αντιαναπτυξιακά. Σε περιόδους κρίσης, οι χώρες επιλέγουν συνειδητά να έχουν ελλείμματα. Είναι προτιμότερο να εισπράττουν από την πώληση ομολόγων παρά από την αύξηση της φορολογίας. Μέχρι τουλάχιστον να ομαλοποιηθεί η κατάσταση.

Εμείς, δυστυχώς, το κάνουμε ακόμα πιο δύσκολο. Πόροι που θα έπρεπε να διοχετευτούν στην οικονομική δραστηριότητα διαφεύγουν στο εξωτερικό. Οι επιστροφές κερδών 1,2 δισ. ετησίως από τις Κεντρικές Τράπεζες εξισορροπούν τις προσπάθειες για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων. Αν και μην ξεχνάμε πως δεν μας κάνουν καμία χάρη. Ήταν παλιά συμφωνία, η οποία αθετήθηκε καταχρηστικά από πολλές Κεντρικές Τράπεζες της ΕΕ.

Οι συντάξεις αναμένεται να περικοπούν από την αρχή του επόμενου χρόνου. Μαζί με το αφορολόγητο, θα γίνουν θυσία για την επίτευξη του εξαιρετικά φιλόδοξου στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων. Γιατί το χαρακτηρίζω εξαιρετικά φιλόδοξο; Γιατί την πολιτική πρωτογενούς πλεονάσματος σαν απόλυτη προτεραιότητα, με εγκατάλειψη του θέματος της ανάπτυξης στην τύχη του, την είχε εφαρμόσει η Αλβανία του Χότζα και η Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Θυμίζω πως οι Ρουμάνοι άντεξαν 8 χρόνια. Τον επόμενο επαναστάτησαν και τον έστησαν στον τοίχο και τον εκτέλεσαν, μαζί με τη γυναίκα του.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Εμείς θα σπάσουμε το παγκόσμιο ρεκόρ; Με τι προσόντα; Τον φυσικό και ορυκτό μας πλούτο; Την καινοτομία; Ποιο είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα που έχουμε για να βασιστούμε για κάτι τέτοιο;

Η δέσμευση για πλεονάσματα μέχρι το 2060 είναι απόδειξη ότι επικράτησαν γερμανικές πολιτικές επιδιώξεις. Δεν υπάρχει καμία οικονομική λογική. Σαν να είμαστε στο 1976 και να θέλουμε να προβλέψουμε τι θα επικρατεί το 2018, ή σαν να είμαστε στο 1934 και να κάνουμε προβλέψεις για το 1976. Αστεία πράγματα.

Οι αντιδράσεις για τη συμφωνία

Υπάρχουν δύο βασικές κριτικές από το εξωτερικό για τη συμφωνία:

α) Αυτοί που τη θεωρούν βήμα προς τα εμπρός για την Ελλάδα, όπως π.χ. η Goldman Sachs. Ίσως κάποιοι σταθούν στο όνομα, καθώς παραπέμπει σε αρνητικές ή συνωμοσιολογικές σκέψεις. Ωστόσο οι επιστημονικές αναλύσεις της είναι συνήθως οι πιο πλήρεις από όλους τους μεγάλους επενδυτικούς οίκους και τα reports γνωστών αναλυτών.

β) Αυτοί που τη θεωρούν κακή, όπως π.χ. εκφράζεται από τους Financial Times. Η κριτική αφορά κυρίως τη λανθασμένη αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, που οδηγεί σε αδιέξοδα. Για παράδειγμα η ανακύκλωση πλεονασμάτων από τις πλεονασματικές προς τις ελλειμματικές χώρες αποτελεί καθοριστικής σημασίας σημείο που κρύβεται επιμελώς κάτω από το χαλί.

Υπάρχει και μια 3η κριτική από το εσωτερικό, που θεωρεί ότι πήρε η Ελλάδα κάτι παραπάνω από τους Γερμανούς για το χρέος, με αντάλλαγμα τη «Μακεδονία». Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, με βάση τα ρεπορτάζ του διεθνούς Τύπου από τις Βρυξέλλες. Ίσα ίσα οι Γερμανοί ήταν το μεγάλο εμπόδιο για να βρεθεί μια καλύτερη λύση, κόντρα σε αυτά που ήθελε η ΕΚΤ, η Κομισιόν και η Γαλλία. Ο Σολτς δυναμίτισε και τις δύο λύσεις που είχε συντάξει το EwG. Έτσι πέτυχε και η Ελλάδα να έχει μικρότερη προστασία, σε αντίθεση με τη θέληση όλων των άλλων.

Επιπλέον η γερμανική κυβέρνηση έθεσε τις βάσεις για να διεκδικήσει αυτό που διακαώς θέλει, δηλαδή την επαναφορά της συμφωνίας του Δουβλίνου και την επιστροφή των προσφύγων στη χώρα εισόδου. Επιδιώκει δηλαδή να επιβαρύνει την Ελλάδα και την Ιταλία.

Η βιωσιμότητα του χρέους

Για να επανέλθουμε στο οικονομικό μέρος της συμφωνίας. Η εξυπηρέτηση του χρέους έπεσε κάτω από το 15% του ΑΕΠ, από τα χαμηλότερα στην ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι λύθηκε το πρόβλημα τους χρέους; Όχι, βέβαια. Απλά μετατίθεται για το 2032. Αυτό που κερδίζει η Ελλάδα είναι χρόνος. Για μια δεκαπενταετία ανοίγει ο δρόμος για έξοδο στις αγορές.

Εδώ και καιρό ζούμε σε έναν πλανήτη χρέους, όπου καμία χώρα δεν εξοφλεί τις υποχρεώσεις της. Όταν λήγει ένα ομόλογο, το κράτος δανείζεται το ισόποσο συν τους τόκους του. Με αυτόν τον τρόπο, το παγκόσμιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται. Στη γλώσσα των οικονομολόγων, όταν λέμε «βιώσιμο» χρέος, εννοούμε «εξυπηρετήσιμο». Ο διαχωρισμός είναι ανάμεσα σε αυτό που έχει ή δεν έχει τη δυνατότητα αναχρηματοδότησης.

Τελευταίο αλλά όχι έλασσον, είναι το θέμα της ποσοτικής χαλάρωσης. Πολλοί θεωρούν πως χάσαμε το τρένο καθώς αυτή θα τερματισθεί στα τέλη του έτους. Πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση. Ακόμη και αν οι νέες αγορές ομολόγων σταματήσουν στο τέλος του έτους, σε όλη τη διάρκεια του 2019 η ΕΚΤ θα συνεχίσει να αγοράζει ομόλογα αξίας 15 δισ. ευρώ τον μήνα. Όπως έκανε και η FED, θα επανεπενδύει από αυτά που λήγουν, αυξάνοντας τη μέση περίοδο ωρίμανσης. Ο στόχος είναι να διατηρήσει σε χαμηλό επίπεδο τα επιτόκια των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων, καθώς κάτι τέτοιο αποτελεί κλειδί για τον καθορισμό του κόστους δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Η παγίδα και προοπτική των φοροελαφρύνσεων

Καλά όλα αυτά, αλλά η συμφωνία έχει ένα τεράστιο αδύναμο στοιχείο. Παρόλο που υποτίθεται πως η Ελλάδα διευκολύνεται μέχρι το 2032, ώστε να χρηματοδοτείται απευθείας από τις αγορές, ουσιαστικά αυτό ισχύει μόνο μέχρι το 2023. Γιατί; Γιατί το 2023 τα δεκαετή ομόλογα που θα εκδώσει η Ελλάδα θα λήγουν μετά το 2032, οπότε και συμφωνήθηκε να ξεκινήσουν οι νέες διαπραγματεύσεις για το χρέος.

Όποιος αγοράσει από το 2023 και μετά δεκαετές, παίρνει μεγάλο ρίσκο. Κινδυνεύουν τα ομόλογά του να κουρευτούν. Λογικό είναι να απαιτήσει ανάλογα υψηλό επιτόκιο, πιθανότατα απαγορευτικό. Η έξοδός μας στις αγορές, στην καλύτερη των περιπτώσεων, διασφαλίζεται με μαξιλάρι ρευστότητας μόνο μέχρι το 2022. Για όσο επιτυγχάνεται ο στόχος των θηριωδών πρωτογενών πλεονασμάτων (που όμως εμποδίζουν την ανάπτυξη, όπως εξηγήσαμε παραπάνω).

Μνημόνια τέλος λοιπόν από τον Αύγουστο, αλλά όχι η εποπτεία. Πολλοί νομίζουν ότι μνημόνιο σημαίνει πως η Τρόικα θέτει απλά τους οικονομικούς στόχους και το πώς θα το πετύχει η κυβέρνηση είναι δικό της θέμα. Κάτι τέτοιο απέχει από την πραγματικότητα. Αυτός ο τρόπος συνεργασίας θα ισχύσει από τον Αύγουστο και μετά, όπου η χώρα θα βρίσκεται σε απλή επιτήρηση.

Το επόμενο αναγκαίο βήμα για την ανάπτυξη περνάει από τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων. Αυτό, από ό,τι λένε οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, θα έχουν την ελευθερία να το ξεκινήσουν μετά τον Αύγουστο. Για να δούμε αν πραγματικά το εννοούν.

 

* Ο κ. Βασίλης Παζόπουλος είναι οικονομολόγος, πιστοποιημένος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επενδυτικός σύμβουλος, συγγραφέας του βιβλίου Επενδυτές χωρίς Σύνορα (www.ependytes.com).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus