Η διαφορά μεταξύ μνημονίου και εποπτείας

Γιατί με τις υφιστάμενες δεσμεύσεις, η χώρα θα αναπτύσσεται με ρυθμούς... χελώνας. Η αποτυχία των προγραμμάτων διάσωσης και οι απίστευτοι δημοσιονομικοί στόχοι. Σε τι μπορεί να ελπίζει η Ελλάδα. Γράφει ο Β. Παζόπουλος

Η διαφορά μεταξύ μνημονίου και εποπτείας
  • του Βασίλη Παζόπουλου*

Τα μνημόνια (Memorandum of Understanding) έχουν σε γενικές γραμμές δύο σκέλη:

α) Κατευθύνσεις για τις μεταρρυθμίσεις. Η έννοια της μεταρρύθμισης άνετα παίρνει το βραβείο της πιο χρησιμοποιημένης αλλά και της κακοποιημένης των τελευταίων ετών. Άλλοι την ακούνε με τρόμο, γιατί στο μυαλό τους έχει ταυτιστεί με περικοπές μισθών και αυξήσεις φόρων. Άλλοι την έχουν θεοποιήσει. Ως συνήθως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα. Ορισμένες μεταρρυθμίσεις ήταν τοξικές, που εξυπηρετούσαν μόνο τους δανειστές, άλλες ωφέλιμες, που έπρεπε να έχουν εφαρμοστεί από χρόνια.

β) Δημοσιονομικούς στόχους. Στην αρχή είχαν συμφωνηθεί θηριώδη πλεονάσματα, που προφανώς δεν πιάστηκαν ποτέ. Να θυμίσουμε για παράδειγμα ότι το δεύτερο μνημόνιο προέβλεπε 4,5% πρωτογενές πλεόνασμα και ανάπτυξη 3% για μια δεκαετία. Τώρα έχουμε μικρότερους στόχους, αλλά μεγαλύτερη διάρκεια. Μέχρι το 2060! Πρόκειται για σχεδιασμούς που θα έκαναν τον Σαλβαδόρ Νταλί να δακρύσει από υπερηφάνεια. Σαν να είμαστε στο 1976 και να θέλουμε να προβλέψουμε τι θα επικρατεί το 2018 ή σαν να είμαστε στο 1934 και να κάνουμε προβλέψεις για το 1976. Γιατί να τους νοιάζει άλλωστε; Μήπως θα τους ζητήσει κανείς τον λόγο; Όσοι τα εμπνεύστηκαν, μέχρι τότε θα έχουν πάρει την άγουσα για τα αιώνια αποδυτήρια.

Τι αλλάζει από εδώ και πέρα

Από 21 Αυγούστου, το πρώτο σκέλος δεν είναι υποχρεωτικό, όχι όμως και το δεύτερο. Αυτό σημαίνει πως πλέον η κυβέρνηση δεν θα χρειάζεται να ρωτάει την τρόικα. Αν θέλει να ρίξει τους φόρους στο μισό, θα μπορεί. Αν θέλει να τους διπλασιάσει, πάλι θα μπορεί. Για πρώτη φορά δεν θα δεσμεύεται για τον τρόπο. Δεσμεύεται όμως για το ποσό που είναι υποχρεωμένη να μαζεύει κάθε χρόνο από τους πολίτες της.

Και εδώ είναι η παγίδα. Ακόμα και να θέλει μια κυβέρνηση να μειώσει τους φόρους, αν τυχόν τα έσοδα δεν είναι τα αναμενόμενα, θα υποχρεωθεί να τους ξανανεβάσει. Αν δεν θέλει να μειώσει τις συντάξεις, εφόσον δεν πιαστεί ο στόχος, θα εξαναγκαστεί να τις μειώσει.

Υπάρχει η εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις δεν δεσμεύονταν από όσα έγραφε το μνημόνιο. Η τρόικα απλά έβαζε ταμειακούς στόχους και ήταν στην ευχέρειά τους πώς θα επιτευχθούν. Πρόκειται περί πλάνης που αποδεικνύεται εύκολα: αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα υπήρχε λόγος αξιολογήσεων, ούτε λίστα με προαπαιτούμενα για την εκταμίευση των δόσεων.

Ωστόσο, αυτός ο τρόπος θα ισχύει από εδώ και πέρα, καθώς αποτελεί τη διαφορά μνημονίου και εποπτείας.

Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων

Ποιες είναι οι πιθανότητες να επιτευχθούν οι στόχοι των πρωτογενών πλεονασμάτων; Θεωρητικά, πολλά επιχειρήματα μπορούμε να επικαλεστούμε, ελάχιστη σημασία όμως έχουν μπροστά στην πραγματικότητα: ποτέ στην ιστορία κάποιου κράτους δεν έχει σημειωθεί το σερί που καλείται να επιτευχθεί στην Ελλάδα. Ποτέ!

Κάποιοι το ερμηνεύουν αισιόδοξα. Οι τροϊκανοί κάτι παραπάνω θα βλέπουν, αφού μας θεωρούν άξιους να σπάσουμε όλα τα παγκόσμια ρεκόρ. Οι πιο σκεπτικιστές θεωρούν ότι απλώς κλωτσάνε το ντενεκεδάκι παρακάτω. Ποια από τις δύο απόψεις είναι πιο κοντά στην αλήθεια, δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθεί κανείς.

Γιατί είναι αντιαναπτυξιακά τα πρωτογενή πλεονάσματα; Είναι απλό. Όταν ένα κράτος βρίσκεται σε ύφεση, είναι προτιμότερο να δανείζεται χρήματα για να κάνει επενδύσεις, παρά να τα μαζεύει από τη φορολογία. Αν λειτουργεί σαν ηλεκτρική σκούπα που ρουφάει χρήμα από την αγορά, οδηγεί σε αυτοτροφοδοτούμενη ύφεση. Να γιατί κανένα κράτος στον κόσμο δεν επιλέγει να παρουσιάζει πλεονάσματα εν μέσω ύφεσης. Αν έχει την επιλογή, βέβαια.

Τα ελλείμματα είναι αναπτυξιακά, με μια προϋπόθεση: τα δάνεια θα πρέπει να διοχετεύονται σε χρήσιμες δημόσιες επενδύσεις, όχι σε ανάπτυξη της ζήτησης. Η λύση της αύξησης της κατανάλωσης που συνεπάγεται ανάπτυξη, λειτουργούσε παλαιότερα σε σχετικά απομονωμένες εθνικές οικονομίες. Αναζωογονούσε τη βιομηχανία για να καλύψει την ογκούμενη κατανάλωση, ώστε να αυξηθεί η απασχόληση. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία απαξίωσε τις παλιές συνταγές ανάπτυξης.

Εάν μείνουμε με το ίδιο παραγωγικό μοντέλο, δηλαδή σαν κυρίαρχη παραγωγική δραστηριότητα να έχουμε να πουλάμε ο ένας στον άλλο σουβλάκια και θα σερβίρουμε καπουτσίνο, τονώνοντας την καταναλωτική δύναμη για να ψωνίζουμε ακόμα περισσότερα κινέζικα ρούχα ή γερμανικά αυτοκίνητα, δημιουργούμε θέσεις εργασίας στην Κίνα και τη Γερμανία.

Σε τι να ελπίζουμε

Τα προγράμματα διάσωσης απότυχαν παταγωδώς. Το συμπέρασμα δεν αποτελεί προσωπική άποψη μόνο, αλλά πραγματικό γεγονός. Η Ελλάδα τα τελευταία δέκα έτη είναι στην πρώτη πεντάδα των χωρών που βίωσαν κατάρρευση στο ΑΕΠ τους. Οι άλλες ήταν η Λιβύη, η Υεμένη, η Βενεζουέλα και η Γουινέα του Ισημερινού. Οι πρώτες δύο χώρες μαστίζονται από εμφύλιο πόλεμο. Οι άλλες δύο στηρίζονταν αποκλειστικά στις εξαγωγές πετρελαίου -η δραματική μείωση της τιμής του, σε συνδυασμό με την ανικανότητα των καθεστώτων, προκάλεσε την κρίση.

Ακόμα πιο απογοητευτικό είναι το συμπέρασμα που κατέληξε η Eurobank, στο πρόσφατο εβδομαδιαίο δελτίο: το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει γυρίσει στο 1965! Επιστρέψαμε στα χρόνια που μόνο οι εύποροι διαθέτανε τηλεόραση. Κι αυτή ασπρόμαυρη. Τότε που έπαιζε ο Σαραβάκος στον Πανιώνιο. Ο πατέρας του Δημήτρη.

Με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα, προβλέπεται να αναπτύσσεται με ρυθμούς χελώνας. Κι αυτό είναι το καλό σενάριο. Για να υπάρξει δημοσιονομικός χώρος, προκειμένου να μειωθούν οι εισφορές και οι φόροι, θα πρέπει να φτάσουμε σε ρυθμούς ανάπτυξης Κίνας. Ούτε στις πιο αισιόδοξες προβλέψεις της τρόικας -που τόσα χρόνια διαψεύδονται προς το χειρότερο- δεν υπάρχει τέτοια προοπτική.

Το αποτέλεσμα του αγώνα στον μύθο του λαγού και της χελώνας έλαβε χώρα στην εποχή του Αισώπου. Στη σύγχρονη εποχή της ταχύτητας, όποιος μένει πίσω, δυστυχώς, γίνεται χελωνόσουπα. Στο μόνο που πραγματικά μπορούμε να ελπίζουμε ρεαλιστικά είναι το απρόοπτο. Ότι η ανθρώπινη επινόηση και η θέληση για ευημερία θα ανατρέψουν τις δυσοίωνες συνθήκες, σε βάρος των προγνωστικών.

Μπορεί να μην είναι η πιο εμπνευσμένη στρατηγική, αλλά επιλέχτηκε γιατί είχε το απόλυτο συγκριτικό πλεονέκτημα: ήταν η μοναδική διαθέσιμη.

* Ο κ. Βασίλης Παζόπουλος είναι οικονομολόγος, πιστοποιημένος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επενδυτικός σύμβουλος, συγγραφέας του βιβλίου Επενδυτές χωρίς Σύνορα (www.ependytes.com).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus