Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Που θα κριθεί το παιχνίδι για την οικονομία

Τους κινδύνους από τη φούσκα των ακινήτων, τη τροφοδότηση του πληθωρισμού και τις επιπτώσεις στο έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών σε συνάρτηση με την ανταγωνιστικότητα, η οποία θα αποτελέσει το σημείο - κλειδί των οικονομιών στον 21ο αιώνα, αναλύει ο Αντώνης Κεφαλάς.

Που θα κριθεί το παιχνίδι για την οικονομία
του Αντώνη Κεφαλά *

Δεν χρειαζόταν, βέβαια, να έρθει η αντιπρόεδρος της Moody’s, κυρία Σάρα Μπερτίν-Λεβέκ, στο συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου για την ελληνική οικονομία για να μας ”μάθει” ότι οι τρεις κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία είναι ο πληθωρισμός, το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών και η φούσκα των ακινήτων.

Ως... οικονομολόγος η κα Αντιπρόεδρος δεν βαθμολογείται ούτε με τη βάση.

Καταρχάς, η φούσκα των ακινήτων δεν είναι παρά η μία όψη του νομίσματος του πληθωρισμού. Οι τιμές των ακινήτων τροφοδοτούν τον πληθωρισμό -όπως κάθε άλλη κατηγορία προϊόντων και υπηρεσιών.

Με τη σειρά του το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών δεν είναι παρά αντανάκλαση του προβλήματος του πληθωρισμού. Και ο πληθωρισμός, με τη σειρά του κι αυτός, δεν αντικατοπτρίζει παρά το έλλειμμα παραγωγικότητας. Οπότε το όλο θέμα των τριών κινδύνων απλά τίθεται κάτω από μία ομπρέλα -αυτήν της ανταγωνιστικότητας.

Θα πρέπει ίσως να σταματήσουμε να μιλάμε για πολυσήμαντες έννοιες και περίπλοκους στόχους και να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σ’ ένα θέμα και μόνο: την ανταγωνιστικότητα. Αυτό είναι το θέμα του 21ου αιώνα, αυτή είναι η έννοια που βρίσκεται στα θεμέλια της παγκοσμιοποίησης και αυτή είναι η πρόκληση που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.

Η ανταγωνιστικότητα καλύπτει σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομίας και της κοινωνίας. Στις μελέτες των ειδικών για την ανταγωνιστικότητα και στις μετρήσεις που γίνονται, οι χώρες ταξινομούνται με βάση περισσότερα από 200 κριτήρια, τα οποία με τη σειρά ομαδοποιούνται σε περίπου 12 μεγάλες κατηγορίες.

Το αποτέλεσμα είναι πως έτσι αποτυπώνεται μία αρκετά καθαρή εικόνα των μειονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων μίας οικονομίας ως μέλους ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Και από εκεί σηματοδοτείται η προοπτική της για τη συμμετοχή της στην παγκόσμια κατανομή του πλούτου.

Πολύ απλά: αν η ελληνική οικονομία δεν είναι ανταγωνιστική στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας, θα υποβαθμιστεί στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Κι αν δεν είναι ανταγωνιστική ούτε στο πλαίσιο αυτό, τότε θα υποβαθμιστεί ως μία περιοχή της Ε.Ε. -κάτι όπως ήταν π.χ. η Ευρυτανία στην Ελλάδα πριν από 10 χρόνια.

Πολύ πιο ρεαλιστικά και κοντά στην αλήθεια στάθηκε στο ίδιο συνέδριο ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας, κ. Νίκος Χριστοδουλάκης. Κανείς δεν μπορεί να βρει λάθος με τις κατευθύνσεις που χάραξε:

* Δραστικός περιορισμός του δημόσιου χρέους.

* Διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές κεφαλαίου και εργασίας.

* Συνέχιση των υψηλών επενδύσεων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα.

Το μεγάλο ερώτημα έχει δύο σκέλη: πρώτον, οι στόχοι εναρμονίζονται μεταξύ τους; Και, δεύτερον η επίτευξή τους είναι εφικτή;

Ως προς το πρώτο σκέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι, έτσι όπως έχουν οροθετηθεί και διατυπωθεί οι τρεις στόχοι, ανακολουθία δεν υπάρχει.

Εκείνο που υπάρχει είναι μία αντινομία μεταξύ της συνέχισης του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης και της δραστικής περικοπής του χρέους. Η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), τόσο γρήγορα και τόσο πολύ, αναπόφευκτα συνεπάγεται μία εξαιρετικά σφιχτή τρέχουσα δημοσιονομική διαχείριση. Εξίσου αναπόφευκτα μία τέτοια πολιτική συνεπάγεται περιορισμό των εισοδημάτων που δημιουργούνται -έμμεσα και άμεσα, επίσημα και ανεπίσημα -από το κράτος.

Η μείωση του εισοδήματος οδηγεί σε περιορισμό της κατανάλωσης κι αυτό με τη σειρά του επηρεάζει τη συνολική ζήτηση -οπότε και τον ρυθμό ανάπτυξης. Η ταχεία αύξηση των επενδύσεων μπορεί να εξισορροπήσει τη μείωση αυτή, αλλά λόγω απόλυτων μεγεθών η αντιστάθμιση θα είναι υποχρεωτικά μερική και όχι πλήρης.

Ως προς το εφικτό των στόχων, η πορεία των πολιτικών κομμάτων της χώρας μας μέχρι σήμερα έχει δείξει ότι λαμβάνουν υπόψη το (βραχυχρόνιο) πολιτικό κόστος εις βάρος της μακρόχρονης εξυγίανσης και του εκσυγχρονισμού. Αν ο υπουργός καταφέρει να σπάσει το καλούπι, τότε θα έχει προσφέρει μία μεγάλη υπηρεσία στον τόπο. Ο τελευταίος που το προσπάθησε πρώτα έχασε το υπουργείο -και πήγε σε άλλο- και στη συνέχεια, όταν πήγε να ακολουθήσει την ίδια ρετσέτα και στο νέο πόστο, πήγε σπίτι του.

Αλλά αν ο Κώστας Σημίτης αρνήθηκε στον Αλέκο Παπαδόπουλο την πολυτέλεια να κάνει ο δεύτερος ό,τι είχε κάνει ο πρώτος στην περίοδο 1986-1988, αυτό δεν σημαίνει πως τώρα θα ακολουθήσει υποχρεωτικά τον ίδιο δρόμο. Για να ξαναδημιουργήσει, όμως, την αίγλη της προπερασμένης δεκαετίας και για να ξεφύγει από τα εφήμερα ευνοϊκά αποτελέσματα της ονομαστικής σύγκλισης, στην οποία τον παγίδεψε ο πρώην υπουργός Εθνικής Οικονομίας (που και τώρα πάει και πάλι να τον παγιδέψει με αλόγιστους εξοπλισμούς ως υπουργός Εθνικής Άμυνας) ο Κώστας Σημίτης θα πρέπει να αποφασίσει να θυσιάσει την κομματική ομοψυχία και, ίσως, τις επόμενες εκλογές. Αν μετρά απλά η ”Ισχύς της Εξουσίας”, τότε το παιγνίδι είναι χαμένο για τη χώρα. Αν μετρά η υστεροφημία -κάτι που ξεχάστηκε από το ΠΑΣΟΚ και τον ηγέτη του μετά τις νικηφόρες εκλογές του 2000- τότε ίσως να υπάρχει ελπίδα.

* Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο φύλλο του ”Μετόχου” με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 2002.

Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο