Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τετραήμερη εργασία και διαλείμματα: Τι ορίζει το νέο πλαίσιο

Πώς ο νέος νόμος αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της εργασίας τεσσάρων ημερών. Οι βασικές αλλαγές στα χρονικά όρια απασχόλησης και οι υπερωρίες στη μερική. Γράφει ο Στ. Κουμεντάκης.

Τετραήμερη εργασία και διαλείμματα: Τι ορίζει το νέο πλαίσιο

Ζητήματα σχετικά με τα χρονικά όρια εργασίας μάς έχουν απασχολήσει, με βάση το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, σε σειρά προηγούμενων άρθρων μας.

Στο πλαίσιο της τρέχουσας σειράς αρθρογραφίας, που αναφέρεται στο νέο εργασιακό νόμο (ν. 4808/2021-κι έχοντας ήδη ολοκληρώσει τα θέματα τα σχετικά με τη βία και την παρενόχληση αλλά και τα θέματα των αδειών), θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια του παρόντος σημαντικές σχετικές ρυθμίσεις. Εκείνες, ειδικότερα, που αφορούν τα χρονικά όρια εργασίας, την τετραήμερη εργασία, το διάλειμμα των εργαζομένων και  η πρόσθετη εργασία των μερικώς απασχολούμενων.

Καθιέρωση χρονικών ορίων εργασίας

Ο νέος νόμος επιβεβαιώνει: (α) το οκτάωρο, ως πλήρη συμβατικό χρόνο ημερήσιας εργασίας κατά το πενθήμερο σύστημα εργασίας και (β) την απασχόληση έξι ωρών και σαράντα λεπτών, αντίστοιχα, κατά το εξαήμερο σύστημα.

Μικρότερα ωράρια πλήρους απασχόλησης (σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση) συνεχίζουν να εφαρμόζονται.

Η τετραήμερη εργασία

Εντύπωση προξενεί η ρύθμιση που προσδιορίζει ως πλήρη απασχόληση τις σαράντα ώρες εργασίας, που κατανέμονται σε τέσσερις, μόνον, ημέρες εβδομαδιαίως (ά. 55 §1). Προϋπόθεση της συγκεκριμένης κατανομής αποτελεί η εφαρμογή της στο πλαίσιο συστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας -ύστερα δηλ., κατά βάση, από αίτημα του εργαζόμενου και με περιορισμένη, κατ’ έτος, χρονική διάρκεια.

Πρόσφατη Εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (υπ’ αριθμ. οικ. 64597/03.09.2021) προβλέπει, μεταξύ άλλων, πως στο πλαίσιο  της συγκεκριμένης τετραήμερης απασχόλησης, η εργασία δεν είναι επιτρεπτό να υπερβαίνει τις δέκα (10) ώρες ημερησίως και τις σαράντα (40) εβδομαδιαίως.

Αναφέρει επίσης ρητά ότι θεσμοθετείται ένα νέο σύστημα οργάνωσης του χρόνου εργασίας, που θεωρείται ως πλήρη απασχόληση. Προσδιορίζονται ως περίοδοι αναφοράς: (α) οι έξι μήνες εντός ενός ημερολογιακού έτους ή, εναλλακτικά, (β) το ένα ημερολογιακό έτος.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα (και παρά τις επιφυλάξεις μέρους της επιστημονικής κοινότητας), η τετραήμερη (και σαραντάωρη) εβδομαδιαίως απασχόληση του εργαζόμενου είναι δυνατό, χωρίς πρόβλημα, να εφαρμόζεται σε μόνιμη βάση, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της συμφωνίας εργαζόμενου-εργοδότη.

Ευκταίο βέβαια θα ήταν αν η θέσπιση του συγκεκριμένου νέου συστήματος ελάμβανε χώρα με τρόπο περισσότερο ευθύ και όχι, κατά τα ελλείποντα, μέσω μιας εγκυκλίου.

Διάλειμμα σε ώρα εργασίας

Η συγκεκριμένη ρύθμιση (α. 56) μειώνει, κατά δύο ώρες, τον ελάχιστο χρόνο εργασίας, ο οποίος υποχρέωνε τον εργοδότη να χορηγήσει διάλειμμα στον εργαζόμενο. Έτσι, η ισχύουσα διάταξη προβλέπει ότι όταν ο χρόνος ημερήσιας εργασίας υπερβαίνει τις τέσσερις (4) συνεχόμενες ώρες (αντί των έξι κατά το προϋφιστάμενο καθεστώς), χορηγείται διάλειμμα. Η διάρκειά του εκτείνεται από δεκαπέντε (15) έως τριάντα (30), κατ'  ανώτατο όριο, λεπτά και δεν συγκαταλέγεται στον χρόνο εργασίας.

Το σύνολο των όρων χορήγησης (συνεχίζει να) καθορίζεται σε επίπεδο επιχείρησης και ειδικότερα, στη βάση διαβούλευσης μεταξύ του εργοδότη και εκπροσώπων των εργαζομένων. Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις παραμένουν σε ισχύ.

Τέλος, η §3 του ά. 56 αφορά στους εργαζόμενους με διακεκομμένο ωράριο (όλες ή ορισμένες ημέρες της εβδομάδας). Κατά τη νέα ρύθμιση, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται διάλειμμα ανάμεσα στα επιμέρους τμήματα του ωραρίου τους, με ελάχιστη διάρκεια τις τρεις ώρες.

Πρόσθετη εργασία εργαζομένων μερικής απασχόλησης

Το ά. 57 ρυθμίζει το ζήτημα της παροχής πρόσθετης εργασίας από εργαζόμενους με σύμβαση μερικής απασχόλησης. Κατά το προϊσχύσαν καθεστώς προβλεπόταν ήδη ότι σε περιπτώσεις ανάγκης για πρόσθετη εργασία (:πέρα από τη συμφωνηθείσα), ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει. Υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του δεν είναι αντίθετη στην καλή πίστη.

Η νέα ρύθμιση, όμως, προβλέπει πως πρόσθετη εργασία μπορεί να παρασχεθεί (και) σε ώρες που δεν είναι συνεχόμενες με το συμφωνημένο ωράριο του μερικώς απασχολούμενου. Με την προϋπόθεση, βέβαια, της συμφωνίας του εργαζόμενου και με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ημερήσια ανάπαυση.

Εργασία που ενδεχομένως παρασχεθεί πέρα από τη συμφωνημένη (συνεχίζει να) αμείβεται με προσαύξηση 12% επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα παροχής εργασίας. Ο μερικώς απασχολούμενος συνεχίζει να δικαιούται να αρνηθεί την παροχή της ως άνω πρόσθετης εργασίας, όταν αυτή λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο. Η πρόσθετη αυτή εργασία παρέχεται, κατ’ ανώτατο όριο, μέχρι τη συμπλήρωση του πλήρους ημερήσιου ωραρίου του συγκρίσιμου εργαζόμενου.

Κατ’ ουσία, το νέο στοιχείο που εισάγει η νέα ρύθμιση είναι η δυνατότητα που παρέχεται στον εργοδότη και στον μερικώς απασχολούμενο να εργάζεται (ο τελευταίος) ασυνεχώς σε σχέση με το συμφωνημένο ωράριό του (όχι δηλ. αμέσως πριν την έναρξη ή λήξη του). 

Ο πρόσφατος εργασιακός νόμος επιβεβαιώνει, μάλλον περίσσια, την «ιερή» ρύθμιση των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως. Επεμβαίνει, επί τα βελτίω, σε άλλες σημαντικές ενότητες των χρονικών ορίων εργασίας. Προεξάρχουσα θέση μεταξύ αυτών κατέχει η (άτολμη) θέσπιση εβδομάδας τεσσάρων ημερών (και σαράντα ωρών). Σημαντική, επίσης, η υποχρέωση παροχής διαλείμματος μετά τετράωρο (κι όχι μετά εξάωρο) -με διάρκεια από 15’ έως 30’- αλλά και η δυνατότητα των μερικώς απασχολουμένων να παρέχουν πρόσθετη εργασία όχι αποκλειστικά σε συνέχεια του ωραρίου τους.

Προσβλέπουμε, με βάση τα παραπάνω, στη θετική αξιοποίηση των συγκεκριμένων ρυθμίσεων. Τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τις επιχειρήσεις.

Αυτονοήτως και προς όφελος της οικονομίας της χώρας. 

*Ο κ. Σταύρος Κουμεντάκης είναι Managing Partner στην Koumentakis and Associates Law Firm

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v