Με το άρθρο 128 του ν. 5264/2026 παρέχεται η δυνατότητα στους δανειολήπτες του ελβετικού φράγκου, και μόνο στους ενήμερους, να ενταχθούν σε ρύθμιση, μετατρέποντας το υπόλοιπο του δανείου σε ευρώ, με μείωση – αυτή αφορά τη συντριπτική πλειοψηφία – 15% στη μετατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας για το υπόλοιπο της οφειλής. Η δυνατότητα ένταξης ισχύει έως 30 Σεπτεμβρίου, αν δεν δοθεί άλλη παράταση.
Η τροπολογία, με την οποία εισήχθη το παραπάνω άρθρο, προκάλεσε την απογοήτευση των δανειοληπτών. Οι τελευταίοι καλούνται τελικά να αποδεχθούν ως πραγματική και μη αναστρέψιμη τη ζημία που υπέστησαν από την ανατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η δε τράπεζα εκτιμάται, μεσοσταθμικά, ότι θα συμμετάσχει σε αυτή κατά περίπου μόνο 7%.
Στην πραγματικότητα, όμως, και αυτή την μικρή απώλεια πιθανότατα οι τράπεζες θα την ανακτήσουν από τον δανειολήπτη. Με τη μετατροπή του δανείου σε ευρώ, μπορούν να οργανώσουν, με βάση το επιτόκιο και διαθέτοντας περίσσεια καταθέσεων, κατά τη μακρόχρονη διάρκεια της ρύθμισης που ακολουθεί καλύτερα περιθώρια κέρδους.
Εξάλλου, δεν πρόκειται ακριβώς για μείωση του υπολοίπου οφειλής κατά 15%. Σε περίπτωση καταγγελίας του δανείου λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησής του, και το τμήμα αυτό της οφειλής αναβιώνει. Η Κυβέρνηση δεν αναγνώρισε με την τροπολογία ούτε καν ως δικαίωμα του δανειολήπτη τη μικρή αυτή ελάφρυνση, του την προσφέρει μόνο ως «επιβράβευση» αν σηκώσει μέχρι τέλους τον σταυρό που του φόρτωσαν οι τράπεζες.
Όπως είναι γνωστό, πολλοί από τους δανειολήπτες των δανείων αμφισβητούν για λόγους που έχουν να κάνουν με τον τρόπο διάθεσης των δανείων αυτών, το ύψος της οφειλής τους. ‘Εχουν προσφύγει ή, πάντως, διατηρούν το δικαίωμα για την αιτία αυτή να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη.
Ένα κρίσιμο, έτσι, ερώτημα που αρκετοί δανειολήπτες θέτουν είναι ποιες είναι οι συνέπειες από την ένταξη στη ρύθμιση αυτού του νόμου ως προς τις επιφυλάξεις και αξιώσεις που διατηρούν, είτε εξαιτίας της χρήσης καταχρηστικών όρων στις συμβάσεις αυτές είτε λόγω της παραπληροφόρησης που έλαβαν κατά τη σύναψή τους.
Τούτο δε ενόψει και του γεγονότος ότι οι τράπεζες, προκειμένου να τους παράσχουν τη ρύθμιση του άρθρου 128 του ν. 5264/2025 υποχρεώνουν στην πράξη τους καταναλωτές όχι μόνο να αναγνωρίσουν την οφειλή τους αλλά και να παραιτηθούν από τις αξιώσεις που διατηρούν, αγωγές, ένδικα μέσα ή βοηθήματα ως προς την αμφισβήτηση της οφειλής.
Στη νομολογία οι συμφωνίες αναγνώρισης οφειλής θεωρείται είτε ότι έχουν απλό αποδεικτικό χαρακτήρα ως προς τον υπολογισμό της οφειλής, δίχως να επηρεάζονται τυχόν αξιώσεις, είτε, ακόμη, κι αν ήθελε δοθεί πιο ισχυρός χαρακτήρας, πάντως δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της τράπεζας σε βάρος του πελάτη. Εξίσου, προβληματικές είναι και συμφωνίες παραίτησης από την άσκηση των δικαιωμάτων αμφισβήτησης, όταν ιδίως επιβάλλονται μονομερώς ή δεν είναι αμοιβαία επωφελείς.
Στην προκείμενη περίπτωση, η δυνατότητα ένταξης στη ρύθμιση παρέχεται με νομοθετική διάταξη. Συνιστά δηλαδή άσκηση δικαιώματος ρύθμισης που παρέχεται με νόμο στον οφειλέτη. Η τράπεζα δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί το αίτημα και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται να καθιστά την παραίτηση του δανειολήπτη από τα δικαιώματα αμφισβήτησης αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή να εξαρτά την αποδοχή του αιτήματος από την παραίτηση αυτή. Επομένως, οι όροι που υποχρεώνουν τον οφειλέτη να παραιτηθεί από τις ασκηθείσες ή μη δικαστικά αξιώσεις είναι άκυροι και ανίσχυροι.
Θα μπορούσε, ωστόσο, να υποστηριχθεί ότι μία τέτοια παραίτηση ρυθμίζεται ήδη στο άρθρο 128 του ν. 5264/2025 για όποιον δανειολήπτη υποβάλει το αίτημα. Η παράγραφος 14 του άρθρου αυτού προβλέπει, με την ένταξη στη ρύθμιση, την κατάργηση των εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών που έχουν δρομολογηθεί ή τυχόν άλλων ρυθμίσεων ή τυχόν διωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά των οφειλετών.
Κατά τη γνώμη μας, η διάταξη δεν μπορεί παρά να αναφέρεται πράγματι μόνο σε διαδικασίες που αφορούν διωκτικά μέτρα των πιστωτών ή των διαδόχων τους. Τούτο δε ιδίως καθώς το άρθρο 128 αναφέρεται και σε ρυθμίσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού. Αν ήθελε ο νομοθέτης την παραίτηση των δανειοληπτών από τα δικαιώματα αμφισβήτησης, θα τη θέσπιζε ανεξάρτητα από το αν εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες. Ανεξάρτητα, όμως, και από αυτό μία τέτοια εκδοχή δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και για τους παρακάτω λόγους.
Οι αξιώσεις των δανειοληπτών ελβετικού φράγκου απέναντι στις τράπεζες ή τους αγοραστές των δανείων αυτών στηρίζονται σε δύο κυρίως βάσεις:
Πρώτον, ότι οι όροι επίρριψης του συναλλαγματικού κινδύνου στον δανειολήπτη είναι αδιαφανείς και καταχρηστικοί και, συνεπώς, ανίσχυροι και, δεύτερον, ότι ο δανειολήπτης έλαβε ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση κατά το στάδιο σύναψης της σύμβασης, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε μία σύμβαση που τον ζημιώνει σε σχέση με την επιλογή που διαφορετικά θα έκανε.
Όσον αφορά την πρώτη βάση, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνει ασύμβατες με την οδηγία 93/13/ΕΚ για τους καταχρηστικούς όρους, με βάση την αρχή της αποτελεσματικότητας, εθνικές διατάξεις που καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων των καταναλωτών για την αποκατάσταση των συνεπειών από τη χρήση καταχρηστικών όρων (ενδεικτικά C-869/19).
Δεν θα μπορούσε, συνεπώς, να σταθεί μία εκδοχή για τη διάταξη που θα οδηγούσε τις τράπεζες να «εκβιάζουν» ουσιαστικά τους δανειολήπτες, προκειμένου να απαλείψουν ένα πολύ μικρό μέρος – και αυτό όχι οριστικά - των συνεπειών του καταχρηστικού για εκείνους όρου, να αποδεχθούν το μεγαλύτερο.
Όσον αφορά τη δεύτερη βάση, δηλαδή τις αξιώσεις αποζημίωσης που διατηρούν οι δανειολήπτες εξαιτίας της παραπληροφόρησης, αυτές έτσι κι αλλιώς δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση της συμβατικής οφειλής. Οι αξιώσεις αποζημίωσης πηγάζουν από τη συμπεριφορά της τράπεζας πριν από τη σύναψη της σύμβασης και διατυπώνονται σε σύγκριση με την κατάσταση που θα βρισκόταν ο δανειολήπτης αν δεν είχε παραπλανηθεί.
Ωστόσο, η συμπεριφορά των τραπεζών να απαιτούν την παραίτηση του δανειολήπτη από αγωγές, ένδικα μέσα και βοηθήματα, δεν σημαίνει ότι δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο. Η σημαντικότερη είναι ότι τον παραπλανούν για τα δικαιώματά του. Έτσι, υποχρεώνουν τους δανειολήπτες, προκειμένου να τους εντάξουν στη ρύθμιση, να παραιτηθούν από τις εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες που αφορούν την προάσπιση των συμφερόντων τους. Αν αυτό, όμως, συμβεί, θα προκληθεί, δυσμενές δεδικασμένο για τον δανειολήπτη με την τυχόν απορριπτική απόφαση που έχει εκδοθεί ή, σε άλλες περιπτώσεις, ανεπανόρθωτες συνέπειες.
Η τροπολογία που τελικά ψηφίστηκε συνδράμει τις τράπεζες, ώστε να «ξεφορτωθούν» το πρόβλημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο χωρίς κανένα άξιο λόγου κόστος για τις ίδιες. Ας μην επιδεικνύεται όμως και ανοχή στην παραπληροφόρηση που συνοδεύει την εφαρμογή της. Όσο και αν το άρθρο 128 δεν υπηρετεί το σκοπό με τον οποίο διακηρύχθηκε, δεν μπορεί να μετατραπεί και σε εργαλείο υπονόμευσης των δικαιωμάτων ή της υφιστάμενης προστασίας των καταναλωτών.
Παρά τη μέχρι σήμερα αποκλίνουσα, σε σχέση με αυτή άλλων ευρωπαϊκών χωρών, στη χώρα μας νομολογία για τις υποθέσεις των δανείων σε ελβετικό φράγκο, οφείλουν άπαντες να σεβαστούν τουλάχιστον τον δικαστικό αγώνα που – θέλουν να - διεξάγουν οι δανειολήπτες.
Όπως βέβαιο, εξάλλου, είναι ότι μία νομοθετική πρωτοβουλία που θα προβαίνει, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες διάθεσης των δανείων αυτών, σε μία δίκαιη κατανομή του συναλλαγματικού κινδύνου, με ουσιαστική συμμετοχή των τραπεζών, εξακολουθεί, και μετά την παραπάνω ρύθμιση, να παραμένει το ίδιο επίκαιρη και αναγκαία.
* Ο Δημήτρης Σπυράκος είναι διδάκτωρ νομικής, δικηγόρος, πρώην Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.