Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Η κούφια πορεία της ελληνικής οικονομίας

Το ελληνικό χρηματιστήριο αναπόφευκτα καρκινοβατεί και θα συνεχίσει αυτήν την πορεία του, για τον απλούστατο λόγο πως τα βασικά διαρθρωτικά στοιχεία και της μακροοικονομίας και της μικροοικονομίας δεν έχουν αλλάξει, επισημαίνει ο Αντ. Κεφαλάς, υποδεικνύοντας μια σειρά παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση των παρόντων επιπέδων.

Η κούφια πορεία της ελληνικής οικονομίας
του Αντώνη Κεφαλά*

Προτροπές να μην ανακόψουμε (με την κακή ψυχολογία, άραγε;) την ανοδική πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου θα πρέπει να ακούγονται κατά κάποιον τρόπο ”κούφιες”, στο πλαίσιο της ουσιαστικής καχεξίας που το μαστίζει.

Το θέμα δεν είναι -και δεν μπορεί να είναι- αποκλειστικά και μόνο το να ακολουθεί η Αθήνα τις ξένες αγορές. Αυτή είναι μια υπεραπλουστευμένη θέση, η οποία και συνεπάγεται, έμμεσα, μια λαθεμένη εκτίμηση για το τι είναι η παγκοσμιοποίηση.

Δυστυχώς για την Ελλάδα, η ενοποίηση των αγορών δεν έχει εξελιχθεί σε σημείο ώστε να μη λαμβάνονται υπόψη οι επιμέρους (δηλαδή οι εθνικοί) μακροοικονομικοί δείκτες και να επικεντρώνεται η προσοχή των επενδυτών στα συνολικά (παραδείγματος χάριν, ευρωπαϊκά) οικονομικά μεγέθη.

Το ελληνικό χρηματιστήριο αναπόφευκτα καρκινοβατεί και θα συνεχίσει αυτήν την πορεία του, για τον απλούστατο λόγο πως τα βασικά διαρθρωτικά στοιχεία και της μακροοικονομίας και της μικροοικονομίας δεν έχουν αλλάξει.

Απεναντίας, οι πρόσφατες εξελίξεις θα έπρεπε ήδη να είχαν οδηγήσει στο ”χτύπημα της καμπάνας” για αρνητικές μελλοντικές προοπτικές και στα δύο μέρη.

Αν ο Γενικός Δείκτης (με όποια οριακή σημασία μπορεί να έχει) παραμένει στα επίπεδα των 2.100 μονάδων, αυτό οφείλεται σε τρεις παράγοντες:

1. Στα πακέτα που διακινούνται.

2. Στα παιγνίδια που γίνονται - κυρίως από χρηματιστηριακές εταιρείες αλλά και από ιδιώτες που βρίσκουν την ευκαιρία.

3. Στη συντήρηση του κλίματος ευφορίας που σκόπιμα καλλιεργεί η κυβέρνηση, με ανακοινώσεις, μέτρα, εγκαίνια (ακόμη και ημιτελών κτιρίων) και με σωρεία διαφημίσεων στην τηλεόραση και τον Τύπο -όπου, βέβαια, το ΥΠΕΧΩΔΕ έχει πραγματικά την τιμητική του.

Ένας παράγοντας που μεθοδικά παραβλέπεται, εξάλλου, είναι και το απλούστατο γεγονός πως η βελτίωση των κερδών των επιχειρήσεων μέσα στο 2003 προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τους ακόλουθους παράγοντες:

1. Τη σύγκριση με τα χαμηλά επίπεδα -στην κορύφωση της κρίσης-κερδών του 2002.

2. Τη χρήση one - off μέτρων, όπως την πώληση περιουσιακών στοιχείων και τις συγχωνεύσεις θυγατρικών, προκειμένου να εμφανιστούν καλύτερα αποτελέσματα.

3. Καθαρά συγκυριακούς παράγοντες, όπως τη διαμεσολάβηση σε αγοροπωλησίες και την αποκόμιση, έτσι, εσόδων και κερδών. Τα λειτουργικά κέρδη είναι αυξημένα σε ελάχιστες περιπτώσεις μόνο.

Για παράδειγμα, πώς και οι τράπεζες εμφανίζουν τόσο καλύτερα αποτελέσματα, τη στιγμή κατά την οποία ο ρυθμός ανόδου της πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα -με ιδιαίτερη αναφορά στα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια- μειώνεται και μάλιστα σημαντικά;

Η κακοδαιμονία των δημοσιονομικών

Η οξεία αντίδραση του πρωθυπουργού καθώς και του υπουργού Εθνικής Οικονομίας στην εκτίμηση των Βρυξελλών για το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2003 εν μέρει μόνο οφείλεται στην υπονόμευση του μύθου της ισχυρής οικονομίας που προβάλλει το ΠΑΣΟΚ.

Απώτερος αποδέκτης των αντιδράσεων και αντανάκλαση του πραγματικού φόβου που διακατέχει την κυβέρνηση είναι η πιθανή αντιστροφή του έστω μεσοβέζικου κλίματος αισιοδοξίας που έχει αναπτυχθεί με τόση προσπάθεια και κόπο και παιγνίδια τους τελευταίους μήνες.

Αν το κλίμα αυτό ανατραπεί, τότε και οι τελευταίες ελπίδες για νίκη του ΠΑΣΟΚ στις επερχόμενες εκλογές θα έχουν εξανεμιστεί. Τα επικοινωνιακά και λογιστικά τρικ, όμως, δεν μπορούν να συγκαλύπτουν όλη την αλήθεια για όλο τον χρόνο.

Ήδη, τα πρώτα ρήγματα στην προσπάθεια αυτή φάνηκαν - και σταχυολογούμε μερικά μόνο:

1. Η εμμονή της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) πως το έλλειμμα του 2004 θα είναι της τάξης του 2,4%, η οποία δεν κάμπτεται.

2. Η έμμεση παρέμβαση του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κ. Λουκά Παπαδήμου, ο οποίος τόνισε πως η μακρόχρονη ανάπτυξη δεν μπορεί να διασφαλιστεί με το μίγμα οικονομικής πολιτικής που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση. Δεν δίστασε, επίσης, απερίφραστα να θεωρήσει ότι ο πληθωρισμός του 3% (στην Ελλάδα είναι 3,6% και πάνω) σαφέστατα υπονομεύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη της χώρας.

3. Η άνοδος των επιτοκίων των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΗΔΑΤ. Θα πρέπει, μάλιστα, να σημειωθεί πως η αγορά ουσιαστικά αγνόησε τη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας μας από τον οίκο αξιολόγησης Fitch, γεγονός που αντικατοπτρίζει την έναρξη της αμφισβήτησης των διεθνών επενδυτών για την οικονομική προοπτική της Ελλάδας.

4. Η αδιαφορία τόσο του ευρύτερου κοινού όσο και του επιχειρηματικού κόσμου γενικά στις εξαγγελίες για χάρτες, παροχές, φορολογικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στο νομικό αναπτυξιακό πλαίσιο.

Το μεγάλο πρόβλημα

Το κρίσιμο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα εστιάζεται σε δύο άξονες. Ειδικότερα:

* Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που επιτυγχάνονται οφείλονται αποκλειστικά στη χρήση των κοινοτικών πόρων καθώς και στο κλίμα προσδοκιών που έχει δημιουργήσει η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι παράγοντες αυτοί είναι, όμως, πρόσκαιροι και η θετική επήρειά τους σύντομα θα εξανεμιστεί. Για να μη μιλήσουμε για το γεγονός ότι τα οφέλη της ανάπτυξης συσσωρεύονται σχεδόν αποκλειστικά στον κατασκευαστικό τομέα και είναι σε βάρος της υπόλοιπης οικονομίας. Το αποτέλεσμα, βέβαια, θα είναι η μελλοντική ένταση των κοινωνικών προβλημάτων.

* Η οικονομική πολιτική που ακολουθείται είναι επεκτατική -όπως καταδεικνύει η πορεία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων-, ενώ με βάση το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος θα έπρεπε να εκμεταλλευόμαστε την τωρινή ευνοϊκή συγκυρία για να μειώσουμε το χρέος. Στη βάση αυτή κληροδοτούμε στους εαυτούς μας, για τα επόμενα χρόνια, το σπέρμα του περιορισμού του ρυθμού ανάπτυξης, της αύξησης του πληθωρισμού και της μεγέθυνσης της απόστασης που μας χωρίζει από το μέσο βιοτικό επίπεδο της Ε.Ε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από την πλευρά αυτήν, παρουσιάζει η εξέλιξη του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης στην περίοδο από το 1998 και μετά - οπότε εντατικοποιήθηκε η προσπάθεια για την ονομαστική σύγκλιση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία και τις εκτιμήσεις των ειδικών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), στην περίοδο 1998-2003:

1. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης παρέμεινε ουσιαστικά σταθερό στο 2% του ΑΕΠ.

2. Το έλλειμμα αυτό ήταν το ίδιο, αν αφαιρεθεί η επήρεια του κύκλου οικονομικής συγκυρίας. Με άλλα λόγια, δεν έχει γίνει -ή δεν έχει πετύχει- καμία προσπάθεια μείωσης του διαρθρωτικού ελλείμματος. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως, μόλις αποδυναμωθεί η παρούσα φάση της τεχνητής ανάπτυξης, το έλλειμμα θα αυξηθεί και πάλι.

3. Το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης μετά την αφαίρεση των πληρωμών για τους τόκους βαίνει μειούμενο. Αυτό σημαίνει πως η δημοσιονομική εξυγίανση δεν έχει προχωρήσει και ότι δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε εκείνα τα πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία θα διασφάλιζαν την απαραίτητη μείωση του δημόσιου χρέους.

Με τις συνθήκες αυτές, μάταια θα πρέπει να αναμένουμε πως το αύριο θα είναι καλύτερο. Τα δύσκολα που επικαλέστηκε ο κ. Σημίτης για να κερδίσει τις εκλογές του 2000 έχουν παραμείνει ανέπαφα και έχουν χειροτερέψει. Η κρίση είναι πάντα μπροστά μας.

* Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα ”Μέτοχος & Επενδύσεις” (φύλλο 295, 14/11/2003).


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο