Ντρίμπλα στη γραφειοκρατία

Εάν δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα, τότε ίσως είναι περισσότερο φρόνιμο να το παρακάμψεις. Το παράδειγμα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δείχνει τον δρόμο.

Ντρίμπλα στη γραφειοκρατία

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Γιατί θα έπρεπε να περιμένουμε ότι τα -πολυαναμενόμενα- κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), τα οποία σε μορφή επιδοτήσεων και δανείων εκτιμώνται περί τα 32 δισ. ευρώ, θα έχουν διαφορετική τύχη ως προς την αξιοποίησή τους από εκείνην που είχε ο πακτωλός κοινοτικού χρήματος που έρευσε στη χώρα μας τα τελευταία 40 χρόνια, ύψους περίπου ενός ελληνικού ΑΕΠ;

Τι άλλαξε ή τι αλλάζει ώστε αυτά τα λεφτά να πιάσουν τόπο και να οδηγήσουν την ελληνική οικονομία σε ανάκαμψη και μάλιστα κατά τρόπο «ανθεκτικό», όπως θέλει το όνομα του συγκεκριμένου Ταμείου; Η απάντηση σε αμφότερα τα ερωτήματα είναι, προφανώς, «θα δείξει».

Ωστόσο, δύο τινά, σε ό,τι αφορά στη φιλοσοφία του όλου εγχειρήματος, δηλαδή των επενδυτικών προγραμμάτων που θα «τρέξουν» υπό την σκέπη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, διαφοροποιούνται κατά τρόπο αξιοσημείωτο έναντι του παρελθόντος.

Πρώτον, σε ό,τι αφορά στις διαδικασίες ελέγχου ή πιστοποίησης και δεύτερον, σε ό,τι αφορά στην απόδοση της κάθε επένδυσης.

Έως τώρα, μεταξύ των κυριότερων αιτιών στις καθυστερήσεις απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων, πέραν των προβλημάτων που σχετίζονται με τις «προεισπράξεις» και τους πολυδαίδαλους τρόπους εξεύρεσης εγγυητικών επιστολών από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα -ενίοτε με απαγορευτικό κόστος- συγκαταλέγονταν οι διαδικασίες ελέγχου των πάσης φύσεως αδειών, οι έλεγχοι των εξοφληθέντων τιμολογίων και βεβαίως οι φυσικοί έλεγχοι επί των εμπλεκόμενων έργων.

Με άλλα λόγια, εάν μία εταιρεία κατόρθωνε να ξεπεράσει τον σκόπελο της εγγυητικής, που συχνά αφορούσε την κατάθεση του ισόποσου συν το κόστος έκδοσης, για να μπορέσει να εισπράξει κοινοτικό χρήμα θα έπρεπε να περάσει από τις «Συμπληγάδες», πρώτον, της εξασφάλισης και προσκόμισης ενώπιον των αρμόδιων αρχών όλων των απαραίτητων αδειών που σχετίζονταν με το συγκεκριμένο έργο, διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει από μήνες έως χρόνια, δεύτερον, της εξόφλησης των σχετικών τιμολογίων με την καταβολή βεβαίως και του ΦΠΑ 24%, τα οποία στη συνέχεια θα όφειλε επίσης να θέσει υπόψη των ιδίων αρχών και τρίτον, να διέλθει το στάδιο του φυσικού ελέγχου του σχετικού έργου. Αυτά βεβαίως ως κανόνας, διότι από εκεί και μετά οι αποκλίσεις ήσαν... πολλές!

Για παράδειγμα, οι αρμόδιες αρχές ήσαν πάντα υποστελεχωμένες, ο κατάλογος των έργων που έπρεπε να ελεγχθούν μακρύς και το πηγαινέλα μεταξύ των υπηρεσιών του ελληνικού δημοσίου ατελείωτο, με αποτέλεσμα οι καθυστερήσεις να κυριαρχούν και να οδηγούμεθα, πρώτον, στις παρατάσεις Ν συν 2 ή και 3, εξαρτωμένου του έργου και δεύτερον, στην απώλεια κοινοτικών πόρων.

Πλέον, όλα αυτά σε μεγάλο βαθμό καθίστανται παρελθόν, καθώς για την υπόθεση του ελέγχου και της πιστοποίησης των έργων υιοθετείται ένα υβριδικό μοντέλο, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με την εμπλοκή ελεγκτικών και συμβουλευτικών εταιρειών, οι οποίες θα αναλάβουν να διεκπεραιώσουν το μεγαλύτερο τμήμα της σχετικής εργασίας, τόσο στην Αθήνα όσο και στις Βρυξέλλες!

Υπό το νέο σχήμα, δε, δεν θα ελέγχονται μόνο τα τιμολόγια ή η φυσική ολοκλήρωση του εμπλεκόμενου έργου αλλά κυριότερα, εάν αυτό το έργο εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο εκτελέστηκε. Για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός νέου αυτοκινητοδρόμου, εάν η μετάβαση από το σημείο Α στο σημείο Β γίνεται πλέον ταχύτερα και εάν εμπεριέχει και μικρότερο κόστος!

Η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα σε δημόσια και δη κοινοτικά έργα δεν είναι καινούργια. Για πρώτη φορά όμως θα λάβει τέτοια έκταση. Τα αποτελέσματα, βεβαίως, θα τα δούμε… Όπως αντιστοίχως θα δούμε και εάν η υποσχόμενη υπέρβαση των ζητημάτων προεισπράξεων θα υλοποιηθεί δίχως τα προβλήματα του παρελθόντος… Όμως αυτό είναι όντως μία άλλη συζήτηση.

Ν. Γ. Δρόσος [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v